Πέμπτη, Απριλίου 24, 2008
Κυριακή, Απριλίου 20, 2008
ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ
- Γουστάρω τη ζωή… Να, πώς το λένε, τη γουστάρω. Να τη πιάνω από δω, να τη πιάνω από κει, να τη στρίβω, να τη γυρίζω ανάποδα, να τη φοράω και όταν με ρωτάνε «Γιατί ρε Σωτήρη τη φοράς ανάποδα;», εγώ να τους απαντώ:
«Για να τη βγάζω απ’ τη καλή…».
- Μάλλον φιλαράκι την έβγαλες απ’ την καλή, αλλά την πέταξες κατάχαμα και μπουρδουκλώθηκες. Δεν εξηγείται αλλιώς, το πως κατέληξες στη στενή…
- Ποια στενή; Εδώ μέσα είναι ο εργασιακός μου χώρος. Είναι τα λημέρια μου, το κράτος στο οποίο ζω και τα σύνορα του οποίου ορίζω.
- Άντε να σε δούμε… για! Αφού ορίζεις τα κάγκελα λεβέντη, γιατί δε τα μεριάζεις, να διαβείς. Μπας και προτιμάς τον μουχλιασμένο, κονσερβαρισμένο αγέρα; Ή μπας και χώθηκες δω μέσα, να ρουφιανεύεις τους υπόδικους;
- Και τι ρε μινάρα; Θα στο ‘λεγα πως είμαι μπάτσος, αν ήταν να ρουφιανεύω;
- Ξέρω και γω; Άβυσσος η ψυχή του μπάτσου. Μπορεί να το λες για να μη σε ψιλιαστεί κανείς… Γιατί ότι θα μαθευόταν, θα μαθευόταν η μπατσοσίνη σου… Και τότενες – γιες σερ – θα την είχες άσχημα. Κανείς δε θα σου μιλούσε.
- Λοιπόν άκου… Αν θες μίλα μου. Άμα θες, μη λες κουβέντα. Εγώ ρε είμαι μπάτσος και καμαρώνω γι’ αυτό. Είμαι σκληρό καρύδι εγώ. Ο αγέρας του κελιού που εσένα σου φαίνεται βρόμικος και υγρός, σε μένα φαίνεται εξοχικός και μυρωμένος. Και ξέρεις γιατί;
-…
-…Επειδής πρώτον: Μπορώ πράγματι να ‘τη κάνω’ οποιαδήποτε στιγμή το θελήσω. Και δεύτερον: Επειδή έχω πάθος ρε! Έχω πάθος και δε το νιώθω το κελί. Δε ξέρεις κατακαημένε ότι : «Το πάθος για τη λευτεριά, είναι δυνατότερο απ’ όλα τα κελιά»;
- Άλα της και αναρχικό σύνθημα! Πού το ξεσήκωσες ρε; Ακολουθώντας τις πορείες των αναρχικών, σα πεινασμένη για «κουφέτα» παράνυμφος; Τα «τρώτε» καλααά!
-Ναι και μεις ρίχνουμε το «ρύζι»… Όμως κάνεις μεγάλο λάθος να λες, ότι το σύνθημα το ξεσήκωσα απ’ τους αναρχικούς, που το τραγουδάνε – κατά τη γνώμη μου, χωρίς να το νιώθουν – στις πορείες. Εγώ, που είμαι πραγματικά Αναρχικός, με αυτό το σύνθημα γεννήθηκα! ΛΕΥΤΕΡΙΑ!
- Άσε τα σάπια μπάτσεεε! Ένας αλήτης είσαι, που σάλιωσε το δάχτυλο, να τσιμπήσει ένα ψίχουλο από την πίτα της εξουσίας, που νέμονται και γεύονται άλλοι, μεγαλύτεροι αλήτες από σένα. Άκου αναρχικός και μπάτσος! Τα παραμύθια σου αλλού! Με πιάνεις wanna be εξουσιαστή του κερατά;
- Δε κάνεις καλά που βρίζεις. Αύριο μεθαύριο, θα σε ξαναπετύχω κάπου και μπορεί μαζί μου να έχω ένα μαύρο κλομπ σε στύση. Τότε θα εύχεσαι να είχες μανουβράρει καλύτερα το στόμα σου!
- Καλά, καλά… Ας μη συγχύζεται η μεγαλοσύνη σου! Απλώς δε μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν, να λες πως είσαι αναρχικός, μπάτσος “άνθρωπος”.
- Μιας και άλλαξες τροπάρι και δείχνεις πιο διαλλακτικός, θα σου εξηγήσω.
Εμένα που με βλέπεις, δεν ήμουν πάντα αστυνόμος. Μικρός έπαιζα τον κλέφτη. Έφηβος ήμουνα σε αναρχική ομάδα, ένιωθα καταπίεση και έψαχνα αυτούς που με καταδυνάστευαν να τους φτύσω και να τους φωνάξω κατάμουτρα ότι εγώ θα είμαι Ελεύθερος, όσα δεσμά κι αν προσπαθήσουν να μου περάσουν. Ήθελα λευτεριά για μένα και για όσους κρατούνταν όμηροι του συστήματος μέσα στα κελιά, ορατά ή αόρατα. Μετά που σχόλασα το σχολειό, έπιασα δουλειά σ’ ένα περίπτερο, πρωινή βάρδια, αλλά συνέχιζα κανονικά ν’ αποτελώ ενεργό και ενθουσιώδες μέλος της αναρχικής ομάδας μου. Περισσότερο κι από ενθουσιώδες μάλιστα. Γιατί την καταπίεση την ένιωθα ακόμα μεγαλύτερη, μέσα στο στενάχωρο περίπτερο.
- Ε, κι ο πατέρας μου περιπτεράς ήταν… Αλλά γούσταρε πολύ τη δουλειά του. Του άρεσε να κόβει φάτσες, να κάνει καμάκια σε πιτσιρίκες που μάσαγαν “σαχλόφουσκα” και αγόραζαν “teen teen magazine”, να διαβάζει πάκους τις εφημερίδες… Που δε προλάβαινε να νιώσει καμιά στεναχώρια. Αυτός ήταν και δεν ήταν στο περίπτερο του. Ένα σόι ιπτάμενος περιπτεράς να πούμε!
- ‘Ντάξει, ‘ντάξει, χωρίς να θέλω να θίξω τη δουλειά του πατέρα σου, ο άνθρωπος είχε προσαρμοστεί και είχε βρει τον τρόπο του να δραπετεύει. Εγώ ήμουν πιτσιρικάς, με πιάνεις; Αέρας ήμουν, δε με πιάνεις…
Αλλά σιγά σιγά, όπως ο πατέρας σου, κι εγώ βρήκα τον τρόπο μου… Ποτέ δε μου άρεσε ιδιαίτερα το διάβασμα. Με τόσες εφημερίδες όμως γύρω μου, άρχισε να μ’ αρέσει και τελικά κατάντησα με το ζόρι να ξεκολλώ τα μάτια μου απ’ το φύλλο, για να εξυπηρετήσω τους πελάτες.
Οι εφημερίδες ήταν για μένα ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, με απίθανες, πραγματικές ιστορίες, που κίνησαν στις στράτες του μυαλού μου, ένα παράξενο καραβάνι συλλογισμών.
Μαστροπείες, ληστείες, δολοφονίες, εκβιασμοί, διαμεσολαβήσεις με το αζημίωτο, λαδώματα, «προστασίες», εμπορίες ναρκωτικών… Και μετά, κατηγορητήρια, προφυλακίσεις, δικαστήρια, εφέσεις, φυλακές για ένα φεγγάρι, ίσα που ο εγκληματίας να κάνει το διδακτορικό του στο κλάδο (ή τους κλάδους) της αρεσκείας ή της κλίσης του. Ακολούθως ξανάβγαινε στο κουρμπέτι, πιο φρέσκος και πορωμένος από ποτέ.
- Καλά μωρέ, περιπτεράς περίμενες να γίνεις για να τα ανακαλύψεις όλα αυτά;
- Όχι βέβαια. Απλώς, από τη στιγμή που άρχισα να διαβάζω όλες αυτές τις εφημερίδες, άρχισα να έχω μια οργανωμένη άποψη της στρέβλωσης, σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας.
Οπότε, άρχισα να παρατηρώ μια περιοδικότητα και μια αυτοομοιότητα υπό αλλαγή κλίμακας, στη διάπραξη εγκλημάτων, στο μέγεθος της δημοσιότητας που έπαιρναν, στα σκάνδαλα που πυροδοτούσαν, ανάλογα με το ποιοι ήταν οι συντελεστές που εμπλέκονταν. Όσο μεγαλύτερης κλίμακας ήταν το έγκλημα, τόσο πιο υψηλά ιστάμενα ήταν τα προσώπατα που συνεργάζονταν για τη διάπραξη και τη συγκάλυψη του. Και τόσο κρισιμότερο και μεγαλύτερης διάρκειας, το σκάνδαλο που ξεσπούσε.
Σχεδόν πάντα, στο απότομο καταλάγιασμα του σάλου ενός μεγάλου εγκλήματος, συνέτεινε η ξαφνική εμφάνιση και ανάδειξη, ενός άλλου εγκλήματος, τις ίδιας ή άλλης κλίμακας. Το ακόλουθο αυτό έγκλημα, ικανοποιούσε την συνθήκη της συνέχειας, που πρέπει να πληρείται, για να κρατιέται η κοινή γνώμη απασχολημένη και νανουρισμένη απ’ την αδιάκοπη εγκληματολογική βαβούρα.
Βλέπεις… μια διακοπή, μια ασυνέχεια στην εγκληματική ακολουθία, ενδέχεται να ξυπνήσει τους κοιμισμένους, να τους κάνει να ασχοληθούν περισσότερο με ένα συγκεκριμένο έγκλημα, να αναρωτηθούν πραγματικά για τις παρασκηνιακές αιτίες που το προκάλεσαν και να δουν ότι η λύση είναι πάνω και πέρα από τη σύντομη φυλάκιση των Αναλώσιμων. Και άμα το καταλάβουν αυτό για ένα έγκλημα, τότε θα έχουν γνώση και για όλα τα υπόλοιπα, γιατί όπως σου είπα η δομή των εγκλημάτων και των συνεπειών τους, είναι πάνω κάτω κοινή!
- Για δες πράγματα που σου μπήκαν στο νου και συ λες πως σκυλοβαριόσουν στο περίπτερο. Πράγματι, κάθε έγκλημα ρίχνει τη σκιά του πάνω στο προηγούμενο και έτσι στη συλλογική μνήμη γίνεται έκλειψη. Μόνο το «τωρινό» έγκλημα υπάρχει και παρακολουθούν τη καμπύλη της πορείας του παθητικά, μέχρι να αλλάξουν οι συντελεστές όνομα…
- Με «πιάνεις» βλέπω… Εσύ πώς και βρέθηκες στη στενή;
- Δούλευα στα λογιστήρια της KEKROPS BANK…
- Αυτή που είχε εμπλακεί στο προ μηνός «ενεργό» έγκλημα – σκάνδαλο με τα δάνεια μαϊμού, που χορηγούσε σε εταιρίες, προκειμένου αυτές να μπορούν να εξαγγέλλουν εργασίες και να ανεβάζουν έτσι πλασματικά τη τιμή των μετοχών τους;
- Ναι αυτή… Είπαν πως είχα συμβάλει καθοριστικά στην εξαπάτηση χιλιάδων μικροεπενδυτών και με προφυλάκισαν. Αλλά γω πιστεύω ότι επειδή τα «μεγάλα κεφάλια» υποψιάζονταν ότι ξέρω πράγματα για την υπόθεση, θέλησαν να με τρομάξουν για να μη μιλήσω.
-Και συ ξέρεις;
- Δεν είδα, δεν άκουσα, δεν ξέρω… Το φίδι απ’ τη τρύπα εγώ δε το βγάζω! Στο κάτω κάτω, όπως λες και συ, η υπόθεση αυτή δεν υπάρχει πλέον για την κοινή γνώμη. Έτσι εγώ είμαι αόρατος. Αλλά τι σε νοιάζει εσένα;
- Τίποτα πάνω στη κουβέντα σε ρώτησα.
- Να μη ρωτάς γαμώ το κέρατο σου! Συνέχισε… Τι σε έκανε από αναρχικό, αστυνόμο; Ήθελες να συμβάλεις με κάποιο τρόπο στη διακοπή της ακολουθίας των εγκλημάτων;
- Καταρχήν ποτέ δεν έπαψα να είμαι αναρχικός. Και έπειτα την «συνέχεια» της ακολουθίας αυτής δεν είναι δυνατόν να την κόψει κανείς. Πόσο μάλλον ένα και μόνο άτομο…
- Το λοιπόν;
- Το λοιπόν… ΛΕ-ΛΕ-ΛΕΥΤΕΡΙΑ! Σ’ ΟΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΚΕΛΙΑ!
- Σταμάτα… τι έπαθες τρελάθηκες; Θα σ’ ακούσουν οι συνάδελφοι!
- ΧΑ ΧΑ ΧΑ! Μη φοβάσαι. Τέτοια ώρα κανείς δεν είναι εδώ γύρω. Ξέρω γω… «Έχουν γνώση οι φύλακες»! Είναι πάνω, όλοι τους, μαζεμένοι και βλέπουν το ματς με πίτσες και μπύρες. Κανείς δε θα μας ενοχλήσει. Κουλάρησε.
Ήμουν δεν ήμουν δέκα τρεις μήνες στο περίπτερο και μια μέρα έρχεται ο θειος μου, μπάτσος από κούνια, βολεμένος από πριν γεννηθεί, και μου λέει: «Άσε το περίπτερο και έλα να σε βολέψω και σένα στη χωροφυλακή. Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, να ‘χεις το μισθό σου, την ασφάλιση σου και ο μήνας εννιά. Να σταματήσεις και τις αλητείες με τα ρεμάλια του “χώρου” σου… Ποιου χώρου σου ρε; Ανάθεμα τον πουστόχωρο! Να σταματήσει να τρώγεται κι η μάνα σου. Κάνε τα χαρτιά σου στον ΑΣΕΠ σήμερα κιόλας. Να πας και για τ’ αθλήματα. Και περπατώντας να κάνεις το χιλιάρι μέσα θα ‘σαι… Βασίσου πάνω μου!».
Εγώ, έβλεπα τον γέρο, μύριζα τις χύμα πατσές του και σιχαινόμουν τη ζωή μου. Κι η μάνα μου στο κόλπο, ήρθε ν’ αγοράσει μια «αμυγδάλου» και με έπιασε στο μπίρι – μπίρι για το αν μου μίλησε ο αδερφός της και τι του αποκρίθηκα. Έρχονταν οι άνθρωποι για τσιγάρα, μα κείνη μπάστακας, να ψέλνει να μην τον αποπαίρνω τον «Βασίλη» γιατί είναι στα μέσα και στα έξω και τον έχουμε ανάγκη.
Είχα ζαλιστεί… Να σκοτώσω ήθελα τον κόσμο όλο και πρώτους απ’ όλους, τη μάνα μου και τον αδερφό της. Για να ξεχαστώ χώθηκα σε μια εφημερίδα και έκανα πως δεν άκουγα τη μουρμούρα.
Εκείνη τη μέρα η συνάρτηση «εγκλημάτων – προβολής τους» βρισκόταν σε σημείο καμπής. Από την υπόθεση τηλεφωνικών υποκλοπών και τις σχετικές δολοφονίες, στην υπόθεση των καρτέλ μεγαλεμπόρων και τις σχετικές βαρβάτες μίζες προς κάθε επίτιμο «κουμπάρο». Και τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα! Αποφάσισα στο επόμενο «σημείο καμπής» να έχω βάλει και γω το χεράκι μου. Στο επόμενο έγκλημα και στην επόμενη θεαματική, σκανδαλιστική προβολή του, να έχω πάρει και γω μέρος. Να βάλω δηλαδή και γω ένα χεράκι να τσουλήσει πιο γρήγορα η «συνάρτηση» προς το όριο της!
Φαντάσου! Μια γρήγορη διαδοχή εγκλημάτων – σκανδάλων, ολοένα και πιο γρήγορη, πιο ζοφερή, πιο καταλυτική υπέρ της φθοράς και της σαπίλας… ΧΑ ΧΑ! Ήδη μου ερχόταν στη μύτη η μυρωδιά της ισοπέδωσης των πάντων. Έβλεπα το όριο, τι το έβλεπα δηλαδή (;), μου έγδερνε τα μάτια! Πίστεψε με, είχα τη θέαση του «ως εδώ και μη παρέκει»!
Και πώς θα το πετύχαινα αυτό;;;
- Χα! Ακολουθώντας τη παρότρυνση του μπάρμπα σου και την ευχή της μάνας σου ε; Γινόμενος αστυνόμος σαΐνης, με εγκληματική, μακριά χερούκλα.
- Ακριβώς! Το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ. Διότι ας πούμε ότι θες να βγάλεις λεφτά διακινώντας λαθρομετανάστες. Τι θα ήθελες να είσαι; Τουριστικός πράκτορας.
Πες ότι ήθελες να ληστέψεις μια τράπεζα. Ποιο πόστο θα ήθελες να κατέχεις; Μα φυσικά του κλειδοκράτορα του χρηματοκιβωτίου.
Πες ότι ήθελες να «ασχοληθείς» με το σωματεμπόριο. Ένα πρακτορείο μοντέλων θα ήταν ένα και ένα για να ξεκινήσεις το «ευγενές» σου λειτούργημα.
Γενικά, αν θελήσεις να χειραγωγήσεις κάποιον με σκοπό να τον βλάψεις, τι είναι ποιο λογικό να κάνεις, παρά να υποκριθείς ότι τον υπηρετείς!
Εγώ ήθελα να βλάψω το νόμο και τους θεσπιστές του, που καθόλου δε χώνευα. Σκοπός μου ήταν να εντείνω τη σαπίλα, να κάνω το σύστημα να «εκφραστεί» και να ξεράσει τα σκατά του, πιο γρήγορα, πιο εύκολα, πιο ξεδιάντροπα φανερά. Τι πιο λογικό λοιπόν για την επιδίωξη μου αυτή, απ’ το να παραστήσω ότι υπηρετώ το γράμμα του νόμου! Να γίνω αστυνόμος!
- Και το πέτυχες;
- Αμ τι; Μερικά απ’ τα πιο κορυφαία σκάνδαλα που αφορούν το αστυνομικό σώμα, για παράνομη χρήση βίας κατά μεταναστών, εγώ τα έχω σκηνοθετήσει, εγώ παρότρυνα, οι άλλοι βαρούσαν, εγώ τραβούσα βιντεάκια με το κινητό! Ακολούθως τα διοχέτευα στο YouTube και χαιρόμουν το αποτέλεσμα.
Και αυτό που σου είπα, είναι το πιο light παράδειγμα των δραστηριοτήτων μου. Όποια βρωμιά έπεφτε στην αντίληψη μου, την ανασκάλευα, έπεφτα και γω μέσα με τα μούτρα και τη διόγκωνα όσο μπορούσα και έτσι όμορφα δουλεμένη, την πάσαρα σε όποιο πρόθυμο δίαυλο ενημέρωσης, έβρισκα πρόθυμο… Και έβρισκα πολλούς!
Μα την αλήθεια ήταν άξιος ο μισθός μου! Έριξα τόση δουλειά για να πετύχω το σκοπό μου: «να παράγω όμορφα εγκλήματα και να τα λανσάρω ακόμα πιο όμορφα, προς κατανάλωση», που χαλάλι μου ακόμα και οι γερές μπάζες που έκανα κάθε φορά!
Ποτέ άλλοτε δεν είχα νιώσει περισσότερο αναρχικός. Από τη στιγμή που έγινα μπάτσος, άρχισε και ο αναρχικός ακτιβισμός μου! Επιτέλους πίεζα τα πράγματα. Ενώ οι καριόλιδες, οι πρόιν σύντροφοι μου, που μόλις τους είπα ότι πάω για μπάτσος, με έγραψαν στα μαύρα τους τευτέρια, τι κάνουν; Τίποτα, μόνο φωνές…και κατηγορούν εμένα – εμένα που κάνω όλη τη βρώμικη δουλειά – πως βολεύτηκα και δεν αξίζω ούτε να με φτύσουν! Αχάριστα γουρούνια! Τους εκδικιόμουν και γω όποτε μπορούσα, με κανένα «αδελφικό» χτύπημα με το κλομπ, κάθε φορά που τους πετύχαινα σε πορείες. Έτσι είχα και τα νότα μου καλυμμένα, διότι ποτέ δε ξέρει κανείς, πότε θα βρεθεί κάποιος καλοθελητής, να πει ότι φέρομαι επιεικώς στους αναρχικούς, επειδή και γω κάποτε υπήρξα ένας απ’ αυτούς.
- Χα χα χα! Είσαι μεγάλη μάρκα αστυνόμε! Για όλες τις ατιμίες και για όλη τη βία που εφάρμοσες, έχεις μια πρόχειρη εξήγηση… Είσαι άριστος δικολάβος του εαυτού σου…
- Εγώ τα λέω και τα εννοώ… ΛΕ-ΛΕ-ΛΕΦΤΕΡΙΑ Σ’ ΟΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΚΕΛΙΑ!
- Τι; Εννοείς κι αυτό το σύνθημα ακόμα; Τώρα που είσαι μπάτσος και είσαι ο κατεξοχήν μπαγλαρωτής;
- Φυσικά και το εννοώ!
Στη φυλακή υπάρχουν δυο κατηγορίες φυλακισμένων:
Οι μεγαλοεγκληματίες, που έχουν τόσες διασυνδέσεις και χρήμα, που δεν υπάρχει περίπτωση να μείνουν για πολύ καιρό στη φυλάκα. Αυτοί κάνουν σύντομες διακοπές στη στενή, μέχρι να σβήσει ο ντόρος για το έγκλημα τους. Μετά τη «κάνουν» με ελαφρά πηδηματάκια.
Αυτοί φυσικά και πρέπει να βγουν, ώστε να συνεχίσουν το θεάρεστο έργο τους! Τους αξίζει η λευτεριά, μιας και είναι συνεργάτες μου στην αποδόμηση του συστήματος. Προστάτες, λήσταρχοι, δολοφόνοι, έμποροι ναρκωτικών, μεσάζοντες, λαθρέμποροι ψυχών, σωμάτων και λοιπόν αντικειμένων, όλοι τους είναι αδέρφια μου! Και είμαι εδώ όχι για να τους εξουσιάσω, αλλά για να συνεργαστώ μαζί τους σ’ όλα τα επίπεδα!
Η άλλη (πολυπληθέστερη κατηγορία φυλακισμένων), είναι οι μικροεγκληματίες, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Με ανύπαρκτα κονέ και άδειο πορτοφόλι, δεν μπορούν να βγουν μια ώρα αρχύτερα. Ε, γι’ αυτούς δε μπορώ να κάνω τίποτα, αφού δε προσφέρουν και πολλά στον αγώνα μου. Στο κάτω κάτω της γραφής κάποιος πρέπει να αποτελεί το λαό των φυλακών, για να συνεχίζεται το παραμύθι του δήθεν σωφρονισμού.
- Δε μου ακούγεται και πολύ αναρχικό αυτό! Να θες λευτεριά μόνο για τους μεγαλοκαρχαρίες του εγκλήματος.
- Καλά, μου φαίνεται ότι δε κατάλαβες τίποτα απ’ όσα σου είπα μέχρι τώρα! Μα κι αυτό είναι μέρος του σχεδίου, ώστε όλα να φαίνονται ακόμα πιο βρώμικα. Γι’ αυτό θέλω να μένουν στις φυλακές, μόνο όσοι το αξίζουν λιγότερο!
- Ωραία και δε φοβάσαι τώρα που μου τα είπες όλα αυτά, μη πάω και σε καρφώσω;
- Όχι. Μπορεί να είσαι ο μόνος που ξέρει την ιστορία μου, αλλά όχι για πολύ. Ο διευθυντής της KEKROPS BANK έκρινε πως αποτελείς εν δυνάμει απειλή για την τράπεζα και έχω ρητές εντολές να σε καθαρίσω. Έτσι θα πάρεις το μυστικό μου μαζί, ξέροντας όμως ότι η δολοφονία σου θα γίνει στο όνομα του ιερού μου σκοπού!
- Να τον βράσω τον ιερό σου σκοπό ρεμάλι! ΦΥΛΑΚΕΣ! ΒΟΗΘειααααα…
Υ.Γ.1 Μετά από λίγο καιρό διέρρευσε στον τύπο (στα ψιλά), ότι ένας ισοβίτης «έφαγε» με μαχαίρι έναν πρόιν λογιστή, εξαιρετικά διεφθαρμένο και αναμεμιγμένο σε παρελθούσα υπόθεση μαζικής εξαπάτησης μικροεπενδυτών του χρηματιστηρίου.
Υ.Γ.2 Αφού σκότωσα τον «εξομολογητή» μου (και είχα σοβαρό λόγο να το κάνω, μιας και τώρα ήμουν 100% σίγουρος, ότι ήξερε πάρα πολλά), έβγαλα το κλειδί απ’ τη τσέπη μου και άνοιξα τη πόρτα του κελιού μου. Βιαζόμουν να προλάβω ένα κομμάτι πίτσα και το δεύτερο ημίχρονο.
Υ.Γ.3 Τώρα κάθομαι και τα αναλογιέμαι όλα αυτά στο «περίπτερο» μου – ένα στενό φυλάκιο στη πάνω γωνιά του αστυνομικού μου τμήματος – και κρίνω ότι η μέχρι τώρα αναρχική μου πορεία δε θα μπορούσε να ήταν καλύτερη. Σα να μου φαίνεται ότι οι στενοί χώροι ευνοούν τη σκέψη μου.
**** ΣΜΕΡΝΑ 20:4:08****
Μέσα σε χρόνια δανεικά/ απρόσμενα και ξένα/
μεσ' τα ποτάμια τα θολά/ που ζω σα μαύρη σμέρνα... ΄
(Διάφανα Κρίνα)
Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008
LIVE ΠΡΑΠΟΠΟΥΛΟΥ

Το κόμικς στην αφίσα είναι του "Chaos J.V." (από το fanzine: "NEGRO" #4 / jnegri.blogspot.com)
Το κείμενο αφηρημένης τέχνης της "ΣΜΕΡΝΑ" (από fanzine: "ΣΜΕΡΝΑ" τεύχος -514 Ν.Μ.Ε.Π)
ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ (κ.α.τ.)
Με μυαλά γεμάτα θάνατο.
Με θάνατο γεμάτο μάτια.
Με μάτια γεμάτα γυαλί.
Με γυαλί γεμάτο ρωγμές.
Με ρωγμές γεμάτες δόντια.
Με δόντια γεμάτα μίσος.
Με μίσος γεμάτο γροθιές.
Με γροθιές γεμάτες σίδερο.
Με σίδερο γεμάτο μπαμπάκι…STOP…ΝΑΙ με μπαμπάκι,
σφάζουν στα γεμάτα , οι κτήτορες του κόσμου.
Εκεί που η κτηνωδία γίνεται παρωδία ,
γύρω από τετραγωνισμένες , στρογγυλές τράπεζες.
(Αντιστροφή)
Με μπαμπάκι γεμάτο σίδερο.
Με σίδερο γεμάτο γροθιές.
Με γροθιές γεμάτες μίσος.
Με μίσος γεμάτο δόντια.
Με δόντια γεμάτα ρωγμές.
Με ρωγμές γεμάτες γυαλί.
Με γυαλί γεμάτο μάτια.
Με μάτια γεμάτα θάνατο.
Με θάνατο γεμάτο μυαλά…STOP…ΝΑΙ με μυαλά χύμα , που βοούν,
γεμίζουν τις βόμβες τους οι «τρομοκράτες».
Εκεί που οι αντιστασιακοί του κόσμου, στρογγυλοποιούν τα τετράγωνα.
Μη μου τους κύκλους τάραττε.
****ΣΜΕΡΝΑ****
Σάββατο, Απριλίου 05, 2008
Παρασκευή, Μαρτίου 28, 2008
Και η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Πατρών θέλει την κατάληψη της…

Οι Γιαπωνέζοι φίλε μου, σου είναι μια φάρα πολύ προχώ και πολύ προκό… Όταν θέλουν να κάνουν την απεργιούλα τους, λέει, κοτσάρουν καρτελάκι στο πέτο, που αναγράφει ότι ο εντός απεργεί, τι κι αν τα χέρια και το μυαλό δουλεύουν πυρετωδώς! Κι αυτό (σου ξαναλέει) το κάνουν για να προκαλέσουν στην παραγωγή overload και να τους παρακαλάνε μετά τους απεργούς, να μαϊνάρουν λιγάκι την υπερδραστηριότητα για να μη πάθει έμφραγμα το σύστημα!
Για δες ανοιχτομάτη μου, πώς την έχουν δει οι σχιστομάτηδες!
Άλλα μάτια θα μου πεις, άλλη οπτική!
Βεβαίως, βεβαίως! Εδώ, στην Πανεπιστημιακή μας Πολιτεία, ζητούμε, απεργούμε, καταλαμβάνουμε, κατεβάζουμε τα ρολά και αναμένουμε εις το ακουστικόν με δεμένα τα χέρια… Και όχι μόνο δένουμε τα δικά μας τα χέρια (και τα μυαλά επίσης), αλλά θέλουμε να τα ‘χουν κι όλοι οι άλλοι δετά.
Έτσι αποφασίστηκε (από ποιους δε ξέρω, πάντως όχι απ’ τους φοιτητές, πάντως όχι απ’ τη (ζητούμενη) πλειοψηφία), να γίνουν καταλήψεις δυο μέρες τη βδομάδα, δηλαδή Τετάρτη και Πέμπτη αυτής της βδομάδας, καθώς και αυτής που μας πέρασε (λες να είναι συνταγή γιατρού για το Πανεπιστήμιο που ανέβασε πυρετούλι;).
Μπήκε λοιπόν πάλι λουκετό στις σχολές, μεσοβδόμαδα και κατά το πρότυπο της περσινής, επιστημονικά «αξιόλογης», χρονιάς. Αλλά δεν είναι αρκετό το κλειδαμπάρωμα των κτιρίων οπού γίνονται τα μαθήματα, θα πρέπει και να ΜΗ γίνονται μαθήματα πουθενά επί των πανεπιστημιακών εδαφών. ΠΟΥ-ΘΕ-ΝΑ. Ούτε στα χωράφια, ούτε πάνω στα δεντράκια, ούτε στα ενάερα και ευήλια πεζουλάκια και φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για τη κλιματιζόμενη θαλπωρή της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης!
Στην οποία Βιβλιοθήκη αποφάσισε ο Καθηγητής Διαφορικός να κάνει το μάθημα του χτες! Το συγκεκριμένο μάθημα είναι προγραμματισμένο για κάθε Τρίτη και Πέμπτη, αλλά μια η αργία της 25ης , μια η αργία της Αγίας Πολύξερης, μια η αργία της Αγίας Κατάληψης, έβλεπε ο καψερός να γίνεται η παράδοση (παραδοσιακά) μια φορά το διβδόμαδο (κι αυτό με τα κιάλια!)…
Αλλά λογάριαζε χωρίς τους καταληψίες του Μαθηματικού, που μυρίστηκαν τη «ζαβολιά» και κατέφτασαν ομαδικώς, να αποτρέψουν την παράνομη και καταληψιοσπαστική διεξαγωγή του μαθήματος.
* * *
Ομάδα φοιτητών: -«Κύριε Διαφορικέ δεν είναι καθόλου σωστό να κάνετε μάθημα ενώ η σχολή του Μαθηματικού βρίσκεται υπό κατάληψη!»
Καθηγητής Διαφορικός: -«Όχι παιδιά… Εσείς μπορείτε να κάνετε τη κατάληψη σας, αλλά στο χώρο του Μαθηματικού. Εδώ είναι βιβλιοθήκη και μπορούμε να κάνουμε μάθημα. Δεν μπορείτε να μας εμποδίσετε!»
Ο. Φ. : -«Δεν μπορείτε τη στιγμή που όλα τα μαθήματα στη σχολή δε γίνονται, εσείς να φέρνετε κρυφά φοιτητές στο χώρο του Πανεπιστημίου και να κάνετε μάθημα! Αυτό είναι άδικο για τους άλλους φοιτητές και δε μας αφήνετε να διεκδικήσουμε τα δικαιώματα μας.»
Κ.Δ.: -« Παιδιά πρέπει να καταλάβετε ότι το μάθημα αυτό είναι μεταπτυχιακό και ότι εσείς μας αναγκάζεται να κουβαλιώμαστε εδώ πέρα για να γίνει. Όπως παλιά, επί τουρκοκρατίας, οι Έλληνες για να μάθουν γράμματα πήγαιναν στα κρυφά σχολειά, έτσι και γω τώρα αναγκάζομαι…»
Ο.Φ.: -«Σε άλλη περίπτωση αυτό που κάνετε για τη συμπλήρωση του μαθήματος θα ήταν αξιέπαινο αλλά τώρα δε μπορείτε να κάνετε το μάθημα στο χώρο του Πανεπιστημίου! Τι να σας πούμε πάτε σε καμιά καφετέρια!»
Κ.Δ. :-«Να πάτε εσείς στην καφετέρια! Εκεί είναι η θέση σας!»
Ο.Φ: -« Α! Σας παρακαλούμε! Δε μπορείτε να μας μιλάτε έτσι!»
Κ.Δ.: –« Κοιτάξτε παιδιά! Πηγαίνετε και αφήστε μας να κάνουμε τη δουλειά μας. Εγώ πάω και σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού και πουθενά η κατάσταση δεν είναι όπως αυτή του Ελληνικού Πανεπιστημίου, που κάθε τρεις και λίγο σταματάμε τη δουλειά μας!»
Ο.Φ.: –« Ναι… Εσείς μπορεί να πάτε στο εξωτερικό αλλά εδώ πρέπει να λειτουργείτε με βάση τα Ελληνικά δεδομένα και βάση τα όσα συμβαίνουν στην ελληνική κοινωνία!»
Κ.Δ.: -«Κοιτάξτε… Αυτό το εξάμηνο έχουν έρθει να παρακολουθήσουν μαθήματα ξένοι φοιτητές. Αυτό το μάθημα που διδάσκω τώρα το παρακολουθούν ένας Ολλανδός και μια Τσέχα… Τι θα πουν όταν γυρίσουν στην πατρίδα τους; Ότι πήγαμε σε Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα και ποτέ δε κάναμε μάθημα, γιατί κάθε τρεις και λίγο βάζανε λουκέτο;»
Ο.Φ: -«Θα μπορούσατε να συμπληρώσετε το μάθημα μια άλλη μέρα, που η σχολή θα είναι ανοιχτή.»
Κ.Δ.:-« Μακάρι ν’ ανοίξει η σχολή, να επιστρέψετε στα μαθήματα σας, γιατί με το να τα χάνετε δε βγαίνει τίποτα. Να μπορώ και γω να κάνω άνετα τη δουλειά μου. Όσο για συμπληρώσεις θα χρειαστούν έτσι κι αλλιώς πολλές…»
Ο.Φ.:-«Θα μπορούσατε ν’ αναβάλετε το μάθημα για αύριο!»
Κ.Δ.:-«Όχι δεν πρόκειται ν’ αναβάλλω τίποτα, γιατί οι φοιτητές που κάλεσα ήρθαν και δε μπορώ να τους ταλαιπωρώ… Σας επαναλαμβάνω ότι εδώ είναι Βιβλιοθήκη και δε μπορείτε να κάνετε κατάληψη. Εγώ εδώ θα μπορούσα να έχω μια συζήτηση με τους φοιτητές μου, εσείς δε θα ‘πρεπε να έχετε κανένα πρόβλημα μ’ αυτό.»
Ο.Φ.: -«Σας είπαμε πού είναι το πρόβλημα…»
Κ.Δ.: - «Γεια σας παιδιά…»
* * *
Φοιτήτρια: - « Τόσα χρόνια στο Πανεπιστήμιο Πατρών, κοντεύω να πολιτογραφηθώ Πανεπιστημιανή… Και έχω φάει στη μάπα τόσες καταλήψεις όσα και τα εξάμηνα που εκτίω την αυτοεπιβεβλημένη ποινή μου.
Έχω χάσει πάμπολλες εξεταστικές μ’ αυτή την ιστορία της κατάληψης. Γιατί απ’ τη μια αποσυντονίζομαι, νιώθοντας ότι βρίσκομαι σε διακοπές διαρκείας και βουλιάζω ολοένα και περισσότερο στην τεμπέλικη αυταπάτη ότι οι εξετάσεις δε θα γίνουν ή ότι είναι ακόμα πολύ μακριά. Και απ’ την άλλη οι ίδιες οι εξετάσεις τυχαίνει πράγματι ν’ αναβάλλονται (για τον Σεπτέμβρη) ή να ματαιώνονται.
Νιώθω ότι το Πανεπιστήμιο όπως είναι (με καταλήψεις ή χωρίς) είναι μια αναμονή για τη διεξαγωγή ανούσιων εξετάσεων. Αν παραγίνουν καταλήψεις, δεν έχει να περάσεις κανένα μάθημα, οπότε σου μένουν αμανάτι και τα καμαρώνεις. Αν οι καταλήψεις είναι λίγες και σποραδικές (γιατί να μη γίνουν καθόλου δεν παίζει), τότε εξετάζεσαι στις τυπικές σημειώσεις, που αντιγράφεις απ’ τον πίνακα κατά τη διάρκεια των παραδόσεων του εξαμήνου.
Οπότε το Πανεπιστήμιο ουσιαστικά δεν υπάρχει, διότι δεν υφίσταται το πνεύμα και το πάθος που θα έπρεπε να αποπνέει ένα τέτοιο ίδρυμα.
Πνεύμα: επιστημονικό, ερευνητικό, φιλοσοφικό και καλλιτεχνικό, που να συνδέεται, να αντιμετωπίζει και να δίνει χρώμα στα ζητούμενα της Πολιτείας της Πάτρας.
Πάθος: όχι μόνο για το τυπικό μέρος της επιστήμης που σπουδάζει ο καθείς, αλλά και για τους πολίτες που θα γίνουν οι τελικοί αποδέκτες των εφαρμογών της. Πάθος δηλαδή για μια ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας επιστήμη και όχι μιας κενής περιεχομένου τυπολατρίας.
Αυτοί που θα μπορούσαν να έχουν τις ιδέες και τη δύναμη να κινήσουν μια τέτοια «μηχανή», δίνοντας νόημα και σκοπό στα (ουσιαστικά πια) διαβάσματα τους, είναι μόνο οι φοιτητές…
Όμως πρέπει να είναι Εκεί και όχι να κατεβάζουν τα ρολά και να φεύγουν.
Όσο για την αντίσταση που οφείλουμε στις «μεταρρυθμιστικές» κυβερνήσεις…
Την απάντηση την έχουν δώσει προ πολλού οι σχιστομάτηδες.»
Υ.Γ.: Καλά… Πιστεύει κανείς με τα σωστά του ότι μια τόσο άκοπη «αντίσταση», όπως αυτή των καταλήψεων, μπορεί να αποφέρει καρπούς;
Τρίτη, Μαρτίου 25, 2008
Παλαιών (και Νέων) Πατρών Γερμανός
Πάρε ρε ούφο το μαρκούτσι απ’ τη μούρη μου.
Τι με ρωτάς, τι γιορτάζουμε 25η Μαρτιάτικα; Βάγγο με λένε, την ονομαστική μου έχω! Τι ζητάς να σου πω για συμβάντα πολυκαιρισμένα;
Εδώ δε θυμάμαι ποιος πόλεμος έπαιξε πέρσι στις ειδήσεις. Ποιοι τον ξεκίνησαν, ποιοι μπήκαν στην πορεία, ποιους πήρε η μπάλα, ποιοι έχασαν τη μπάλα… Και μου ζητάς να δώσω αναφορά σχολικές διηγήσεις;
Πατριώτης είμαι… δε λέω. Κάθε που παίζει η Παναχαϊκάρα – να μα το σταυρό που σου κάνω – στο γήπεδο είμαι και την στηρίζω! Αλλά… για μια στιγμή!
Το κινητό μου βαράει μηνύματα απ’ το πρωί! ( Κόψε συσκευή. Πρώτη! Απ’ τον «Γερμανό» τη ψώνισα!). Πολλοί γνωστοί ρε αδερφέ. Και όλοι κέρασμα ζητάνε: Ολονύχτιο «κάψιμο αλά Κούγκι» στα μπουζούκια!
Κάτσε ρε φίλε που βιάζεσαι να φύγεις! Να τώρα που είπα «Γερμανός»… Σα να ψιλοαρχίζω και θυμάμαι. Γερμανό δε τονε λέγανε τον τυπά που έστειλε το μήνυμα της επανάστασης κατά των τουρκόσπορων; ΧΑ ΧΑ! Να δεις, που αυτός ο «Γερμανός» που έχει σήμερα τα κινητά, θα είναι εγγονός του! Ξέρεις δα… θα κληρονόμησε τη πατέντα του παππού του να στέλνει μηνύματα και θησαυρίζει αυτός τη σήμερον! Αλλά έτσι είναι άμα έχεις παππού τζιμάνι. Τρως απ’ τα έτοιμα!
Η μόνη διαφορά είναι ‘το πώς’ έστειλε τότε, το επαναστάσιμο μήνυμα ο παππούλης; Χμμμ… Εδώ χρειάζεται λίγη έρευνα, λίγη φαντασία και…. (φρουουουου) να ρουφήξω λίγη απ’ τη τονωτική φραπεδιά μου. (Αααχ! Που θα μου πεις εσύ πόσο πατριώτης είμαι! Βρε ουστ! Άλλοι πίνουν καπουτσίνους…).
Λοιπόοον… Ναι, ναι, ναι… Μάλιστα! Το έψαξα λίγο το θεματάκι στη λαπτοπάρα μου (ε; Κόβεις; Απ’ το «Γερμανό» κι αυτή!) και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο πατήρ Γερμανός της Παλιάς Πάτρας, έστελνε μηνύματα με συννεφάκια από μπαρούτι (στεγνό), με το οποίο γέμιζε κάτι μονόκανα τουφεκάκια. Μετά συγχρόνιζε καμπόσους χειριστές μονόκανων τουφεκιών, αυτοί «παίζανε» το μήνυμα κι αλίμονο σ’ αυτούς που δε το λαβαίνανε… τους πήρε η χατζάρα του πασά και τους σήκωσε!
Δηλαδής, ήταν ένα πράμα «μαέστρος Ινδιάνος», ο παλιός – Γερμανός. Σ’ αυτό διαφέρει απ’ τον σημερινό, που είναι ένα πράμα «Αμερικάνος καπιταλίστας»!
ΑΑΑΑ! Και τ’ άλλο πού το πας; Τότε, ήταν πολλοί αυτοί που λάβανε το μήνυμα. Σήμερα… τι να λάβεις και τι να πετάξεις; Τα λαμβάνεις όλα και καμαρώνεις ότι είσαι καλά πληροφορημένος. Αμ δε! Γι’ αυτό στη φέρνουν πισώπλατα οι «πασάδες»!











