Μέσα σε χρόνια δανεικά/ απρόσμενα και ξένα/ μες τα ποτάμια τα θολά/ που ζω σα μαύρη σμέρνα... (Διάφανα Κρίνα) ...

Δευτέρα, Νοεμβρίου 26, 2007

Πού ‘ν’ το, πού ‘ν’ το, το προφιτερόλ;

Σήμερα θα εκτροχιαστώ απ’ τα συνηθισμένα μου… Τη συνηθισμένη θεματολογία μου, τη συνηθισμένη δίαιτα μου και δε με νοιάζει! Ξύπνησε πάλι μέσα μου ο Βενιζέλος. Κρατάει μια κουτάλα σούπας, τη κραδαίνει και απειλεί να τα κάνει όλα λίμπα αν δεν τον ταΐσω επειγόντως προφιτερόλ!

Μια και δυο λοιπόν βγαίνω στη γύρα, προς ανεύρεση ενός πραγματικού προφιτερόλ, γιατί αν το προφιτερόλ δεν είναι προφιτερόλ, τότε τι να το κάνω; Δε τρώω καλύτερα μια σπανακόπιτα;
Και θα μου πεις… Πώς το θες;
Και απαντώ. Ακριβώς όπως το περιέγραψε ο Γιώργος Κωνσταντίνου σε μια παλιά ελληνική ταινία, με μπόλικες εκφραστικές χειρονομίες και ξερογλειψίματα: Με τα αφράτα ‘σου’ του, παραγεμισμένα με μοσκοβολιστή, μαστιχωτή κρέμα, με τη γυαλιστερή μαύρη σοκολατένια λάβα να τα καλύπτει, με την αμυγδαλάτη γαρνιτούρα του και στην κορφή ένα άσπρο βουτυρένιο συννεφάκι.

Σ’ ακούω που ειρωνικά επαναλαμβάνεις: Πώώώς το θες;
Βέβαια! Έχω συναίσθηση της δυσκολίας ανακάλυψης ενός τέτοιου γαστρονομικού θαύματος, διότι δεν είναι η πρώτη φορά που μου ‘ρχεται να κάνω επιδρομή σε ζαχαροπλαστείο. Αλλά κάθε φορά που επιστρέφω με τα ‘λάφυρα’ στη φωλιά μου, μια νέα οδυνηρή απογοήτευση με περιμένει. ΌΧΙ! Ούτε αυτή τη φορά, δεν ήταν ‘σου’, το βουναλάκι, το σκεπασμένο με το καφετί στρώμα! Ήταν απλούστατα μια περίτεχνη οφθαλμαπάτη, σκαρωμένη απ’ το κορνέ του ζαχαροπλάστη. Πρόκειται για ένα ‘βουναλάκι’ από γλυκανάλατα, λιπαρό αφρό, μια κατ’ επίφαση «κρέμα σοκολάτας», που το μόνο που αφήνει είναι μια δυσάρεστη λιπώδη αίσθηση μαργαρίνης στο στόμα.
Στο πάτο δε του κύπελου, άντε να υπάρχει μια ιδέα παντεσπάνι, σα να λέμε: Φάγαμε όλη αυτή τη γλυκερίλα ας σκουπίσουμε και τη γλώσσα μας…

Τι τα θες όμως… Η βραχύβια μνήμη του είδους μου, με κάνει κάθε φορά να ελπίζω ότι ‘τώρα’ είναι που θα πετύχω το Προφιτερόλ! Καθώς λοιπόν κοντοφτάνω σ’ ένα ζαχαροπλαστείο, κόβω ταχύτητα και στραβολαιμιάζω κατασκοπεύοντας διακριτικά τη βιτρίνα με τις πάστες. Χαμηλώνω… χαμηλώνω… Τσουπ! Φτάνω στον τομέα «προφιτερόλ». Ανιχνεύω με βλέμμα λέιζερ την επιφάνεια του κυπελακίου. Αν έχει εξογκώματα, υπάρχει μια υποψία ότι από κάτω κρύβεται ‘σου’. Μπαίνω, σκάω τον παρά, τζίφος! Από κάτω ή αφρός αφρίζει φαντασιωτικά ή τίποτα άνοστα μπισκοτοειδή τρίζουν ή και γω δε ξέρω τι άλλο.

Κάποτε τρακάρω μια βιτρίνα, κεντρικού Πατρινού ζαχαροπλαστείου και κιαλάρω κάτι κυπελάκια με περιεχόμενο που αυτή τη φορά λέω δε μπορεί… είναι προφιλερόλ με βούλα! Σπρώχνω τη γυάλινη πόρτα και στέκομαι αποθαυμάζοντας τα γλυκά. Λίγο ακόμα και θα κολλήσω παλάμες και μύτη στο τζάμι, σα κάτι παιδάκια που ξέρω. Εκεί που κοιτάω, πέφτει το μάτι μου στο τιμοκατάλογο, που παραστέκει σε μια γωνιά τις πάστες. Κάπου εδώ, παύω πια να κοιτάζω και αλληθωρίζω μουδιασμένη τις τιμές!
- «Παρακαλώ! Τι θα πάρετε;», γλυκορωτά μια κοπελιά, που στέκεται χαμογελαστά πίσω απ’ το εκθετήριο της πάστας.
-«Ε, γεια σας…», λέω βραχνά, προσπαθώντας να ξελαμπικάρω. «Ε, χμ! Έχετε προφιτερόλ;». Το πως έχει, έχει… απλά κερδίζω χρόνο αποχαιρετώντας τα!
-«Μάλιστα έχουμε! Εδώ είναι!»
-«ΑΑΑΑ! Και πόσο κάαανουν;»
-«2.90€ το κομμάτι!». Τα λόγια τις επικυρώνουν αυτό που ήδη έχω δει και ξαναμουδιάζω.
-«Ωχ! Είστε πολύ ακριβά!», της λέω κάνοντας μεταβολή κάπως ζεσταμένη, από αγανάκτηση, από ντροπή και από λύπη που την άφησα να χαμογελάει αμήχανα, κλίνοντας το κεφάλι με μια κίνηση σα να έλεγε: «Όπως θέλετε…»

Άκου 2,90 το κομμάτι! 1000 παλιές δραχμούλες για ένα κυπελάκι προφιτερόλ! Ακούς παππού; Συνομιλώ νοερά με τον συχωρεμένο τον έμπορο παππού μου, που ανατρίχιαζε με κάτι τέτοια…
Μέχρι τώρα, έχω πληρώσει για προφιτερόλ – μαϊμού, 1.60, 1.70, 1.80, 1.90, 2.00 ευρά. Τώρα που έχω βάσιμες υποψίες περί αυθεντικότητας πρέπει να σκάσω 2.90!
Έπρεπε να τα δώσω; Και για ένα γνήσιο προφιτερόλ να πω: Χαλάλι; Κι αν δεν ήταν;
Φρικάρω! Ακούς υπερτιμές;! Ν’ αντιστοιχούσαν και σε υπερποιότητες, καλά θα ήταν!

Να μένει το προφιτερόλ! Από δω και πέρα όποτε ξυπνά ο Βενιζέλος μέσα μου, ένας αναρχικός θα του σκάει μια μολότοφ στα μούτρα και μετά θα ξεχύνεται στους δρόμους. Όπου συναντάει ζαχαροπλαστείο θα γράφει με μαύρο σπρέι στα τζάμια:
«ΑΠ’ ΤΑ ΚΥΠΕΛΑΚΙΑ ΣΑΣ, ΛΕΙΠΟΥΝ ΤΑ ΠΡΟΦΙΤΕΡΟΛ»
Ή «ΒΑΛΤΕ ΤΑ ‘ΣΟΥ’ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΣΟΚΟΛΑΤΑ ΚΑΡΙΟΛΙΔΕΣ»
Ή «ΤΟ ΚΕΡΑΣΑΚΙ ΞΕΡΕΤΕ ΠΟΥ ΝΑ ΤΟ ΒΑΛΕΤΕ…
ΤΙΣ ΛΙΠΑΡΕΣ ΣΑΣ ΚΡΕΜΕΣ ΕΠΙΣΗΣ.»

Ή «ΜΟΥ ΠΗΡΕΣ ΤΑ ΛΕΦΤΑ. ΒΑΛΕ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΠΟΥ
ΠΛΗΡΩΣΑ ΣΤΟ ΚΥΠΕΛΑΚΙ. ΖΑΧΑΡΟΣΑΔΙΣΤΑ!»

Δεν υπάρχουν σχόλια: