Μέσα σε χρόνια δανεικά/ απρόσμενα και ξένα/ μες τα ποτάμια τα θολά/ που ζω σα μαύρη σμέρνα... (Διάφανα Κρίνα) ...

Σάββατο, Αυγούστου 30, 2008

Οι δρόμοι της Πάτρας, η τούμπα και ο μετανάστης

Οι βομβαρδισμένοι δρόμοι του δήμου Πατρέων, πρέπει να είναι η χαρά του BMXάκια. Τέτοιες πίστες φίλε μου είναι ανεπανάληπτες. Υπάρχει αφθονία από βαθιές λακκούβες να υπερπηδήσεις, μακριές ψηλές πτυχώσεις στις άκριες του οδοστρώματος για να ισορροπήσεις, υπέροχες αυλακιές για να σφηνώσεις την μπροστινή ρόδα του ποδηλάτου και να κάνεις κόλπα με την πισινή… Και επίσης υπάρχουν οι ράγες του τρένου που διασχίζουν δυο φορές τον παραλιακό δρόμο, μια φορά στο ύψος του ΕΟΤ και μια στο ύψος του Αγίου Ανδρέα. Μάλιστα στα δύο αυτά σημεία, για να αυξηθεί ο βαθμός επικινδυνότητας και η έκκριση αδρεναλίνης, η άσφαλτος έχει οργωθεί από τα προνοητικά και εξυπηρετικά αλέτρια που διαθέτει ο Δήμος.

Μια τέτοια πίστα – δρόμο, ειδικά διαμορφωμένη για κόλπα με BMX και για σκληροτράχηλες τζιπάρες, πήγα και γω να διασχίσω με το ποδήλατο. Πού πας ρε Καραμήτρο έτσι απροπόνητος; Η λακκουβάρα ήταν εκεί και με περίμενε για ένα πολύ φευγάτο κόλπο. Αλλά δυστυχώς την απογοήτευσα. Μια στραβοτιμονιά, μια λάθος κλίση και εκτινάχθηκε αλλού το ποδήλατο κι αλλού εγώ, να κοιτάζω τ’ αυτοκίνητα να ροβολάνε λίγο πιο κει απ’ το κεφάλι μου. Με το ένα χέρι και το ένα πόδι να έχουν υποστεί αμόκ σύρθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα στην άκρη του δρόμου και μετά συνειδητοποίησα ότι βρισκόμουν ακριβώς πάνω στις ράγες του τρένου. Σα να αντίκρισα φίδι, μπουσούλησα γρήγορα γρήγορα έξω απ’ τις ράγες, προς τα κάγκελα του λιμανιού.

Απόμεινα έτσι κατάχαμα λίγη ώρα τρέμοντας απ’ τον πόνο και τη τρομάρα και μη τολμώντας να κοιτάξω το πόδι μου. Λίγο πιο πέρα κειτόταν το ποδήλατο και τα σκορπισμένα μου πράγματα. Κανένα αυτοκίνητο δε σταμάτησε. Ούτε καν έκοψε ταχύτητα, για να εξακριβώσει το λόγο που στρογγυλοκαθόμουν στην άσφαλτο. Έτσι και γω φαντάστηκα ότι τα αυτοκίνητα είχαν βγει μόνα τους βόλτα, χωρίς οδηγό και συνεπιβάτες, ρολάροντας τις ψυχρές τους μηχανές στα τυφλά.
Σηκώθηκα με κόπο όρθια, την ώρα που ένας μουτζουρωμένος μετανάστης πηδούσε τα κάγκελα του λιμανιού προς τα έξω. Κοιταχτήκαμε στιγμιαία. Ένιωσα τόσο μόνη, όσο ένας χαμένος μετανάστης σε άξενη πόλη.

Δευτέρα, Αυγούστου 18, 2008

Παρασκευή, Αυγούστου 15, 2008

13 Αυγούστου 2008 χάθηκε ο Αντρέας (26) στα νερά της Χίου

- Να ‘χα, λέει, ένα τεράστιο σφυρί, να ‘σπαγα την γυάλινη της θάλασσας οροφή.
Να πάρει αέρα το αλμυρό νερό, να γεμίσει φυσαλίδες – σκάφαντρα.
Θα ‘μπαινες τότε σε μια ρε φίλε και δε θα πονούσαν τα καημένα τα πνεμόνια σου, πιασμένα στην υδάτινη μέγγενη.
- Θα ‘μπαινα; Δε ξέρω. Μ’ άρεσε η ελευθερία που γλιστράει στους βυθούς και πλανεύει τους βουτηχτάδες. Τα τοπία εκεί κάτω είναι αλλιώτικα και οι ψίθυροι του νερού κινούμενοι, ξεχνιέσαι να τους ακολουθείς.
Πιο βαθιά, πιο πέρα, πιο μακριά. Ξεμένεις να τους ακολουθείς.
- Στα είκοσι μέτρα βάθος, σε γέλασε η χαρά σου.
Τέτοια Σειρήνα ελευθερία καλύτερα να σου ‘λειπε.
Γιατί τώρα πώς θα σε θυμάμαι, στη τελευταία σκηνή να μου λες χαμογελώντας…
- «Και να θυμάσαι… η ζωή είναι ωραία. Αρκεί να το δεις.»
- … χωρίς να κλαίω;
Άνθρωποι που το βλέπουν αυτό, θα ‘πρεπε να πίνουν τ’ αθάνατο νερό, όχι να πνίγονται από δαύτο, έξω από χιώτικες ακτές.
Ρε συ Αντρέα ακούς;