Μέσα σε χρόνια δανεικά/ απρόσμενα και ξένα/ μες τα ποτάμια τα θολά/ που ζω σα μαύρη σμέρνα... (Διάφανα Κρίνα) ...

Παρασκευή, Ιανουαρίου 04, 2008

Μέρος 1ο: ΤΟ ΛΟΥΚΙ (μυθιστόρημα για μερικούς φοιτητές)



Τραγουδάκι αρχής: Το λούκι

Το φως της μέρας αντίκρισα βγαίνοντας από λούκι,
τη προίκα μου τη φύλαγαν σ’ ένα παλιό σεντούκι.
Ο λάρυγγας μου έπαιζε κομμάτια για μπουζούκι
και θάρρεψα πως η ζωή γλένταγε σε κουτούκι.
Το λούκι, το λούκι, γεννήθηκα και έπεσα ευθείς σε άλλο λούκι.

Ελευθερίας άνεμος; Καπνός από τσιμπούκι.
Ταυτότητα μου δώσανε, πάσο για το μπουλούκι.
Ολημερίς τσιγκλίζαμε τη γης, μ’ ένα παλούκι
και οι ψυχές μας ντύνονταν ένα σκληρό καβούκι.
Το λούκι, το λούκι, οι λύκοι σκύλοι γίνανε και φέρνουν το παλούκι.

Όλες οι μούτζες έγραφαν πως έπεσα στο λούκι,
το σύστημα μου φύτεψε για έλεγχο ένα κούκι.
Τα μέσα μου σαπίζανε κι ας ήμουνα μπουμπούκι.
Άσπρη καπνιά αλείφτηκα και παίζω στο Καμπούκι.
Το λούκι, το λούκι, για κάθε κώλο ταιριαστό, υπάρχει ένα παλούκι.

Δίχως παγάκια η φραπελιά, κούφιο το ξεροκούκι,
μα η κυβερνώσα κουμπαριά μασάει λαδομπούκι.
Οι νταβατζήδες κέρναγαν φέτες από χαστούκι
κι οι μπάτσοι με τρομάζανε μ’ ένα βαρύ ματσούκι.
Το λούκι, το λούκι, στους δρόμους κατεβήκαμε και γίναμε μπουλούκι.

Ορδή ζητιάνων που ποθούν το πλαστικό σουζούκι,
μέσα στη νύχτα συγκροτούν, στρατό οι Μαμελούκοι.
Με τέτοια κόλπα αν θαρρούν πως θα ‘βγουν απ’ το λούκι,
να με γαμήσουν θα σταθώ, τους παίρνω και ‘τσιμπούκι’.
Το λούκι, το λούκι, για κάθε κώλο θα κρατώ πεσκέσι ένα παλούκι.


Αρχή Παραμυθιού Καλημέρα σας...



Ιδεατή Πανεπιστημιακή Πολιτεία

Μερικές φορές, δε ξέρω, σκέφτομαι ότι όπου να ‘ναι θα ξυπνήσω και θα ανακλαδιστώ τεντώνοντας παιδικά χεράκια και ποδαράκια. Και τότε θα ανακαλύψω πως όλη μου τη ζωή την ονειρεύτηκα. Πως τάχα μεγάλωσα, έδωσα εξετάσεις, πέρασα Πάτρα, πήγα Πάτρα, έκανα μπρος πίσω στο Πανεπιστήμιο, ξερνούσα χολή και ρουφούσα σκοτάδι και σκιαμαχούσα εξαντλητικά. Ο σβέρκος μου θα ‘χει πιαστεί απ’ τη τρομάρα ή το ανοιχτό παράθυρο, αλλά γω θα έχω πολλές άγραφες σελίδες μπροστά μου και την ευκαιρία να διορθώσω τα λάθη που ονειρεύτηκα.

Σκούπισε τα σάλια που σου τρέξανε στο μαξιλάρι μωρό μου, γιατί τώρα είναι που ονειρεύεσαι. Είσαι εκατό χρονών γριά, σε πάρτι φαντασμάτων και μοστράρεις φιογκάκια στα μαλλιά και στριγκάκια στο κώλο. Ανασταίνεις το παιδί, ξεθάβεις και την έφηβη. Πιάνετε το χορό. Το χορό του Ζαλόγγου.

-«Πάτρα, Οκτώβριος 1999… Μπαίνω στο λούκι.
Είναι που ξεκινάει το φιάσκο των σπουδών. Σβήνω το φως. Στη κάμαρα έχω φωτάκι νυκτός, τη πορτοκαλή λάμπα του δήμου, που γέρνει το κεφάλι της κοιτάζοντας αφ’ υψηλού τους διαβάτες. Τα αυτοκίνητα επί της Αγίας Σοφίας, δε σταματούν. Ο σφυριχτός ήχος που τα συνοδεύει στο πέρασμα τους, με νανουρίζει. Ύπνος. Βγαίνω απ’ τον ύπνο. Τινάζομαι μανιασμένα, να διώξω μια αράχνη που προσγειώθηκε στο στήθος μου. Είναι αυτή η μαύρη, η χνουδωτή, που είδα το πρωί να κλωσάει ένα πακέτο τσιγάρα που διαφημίζονταν στα πλευρά του αστικού λεωφορείου…

Το γέρικο, γερμανικό σασί του «Νο6 Πανεπιστήμιο-Νοσοκομείο» με βόλεψε στα σωθικά του για ένα διόλου αξιοκαταφρόνητο αντίτιμο (80 σέντσια! σε σημερινά λεφτά), παρόλη την φοιτητική έκπτωση. Με ξέρασε στην πανεπιστημιούπολη και εγώ ως άλλος, ψαρωμένος Ιωνάς περιηγήθηκα στα αμφιθεατρικά ενδότερα της σχολής μου…»

* * *

-«Ρε μαλάκα…Πόση κόκα της έδωσες;»

* * *

«Το πρώτο εξάμηνο με βρήκε στα σύγχρονα τσιμεντένια περιστύλια να φιλοσοφώ με πεφωτισμένους διδασκάλους για τη χρησιμότητα των μαθηματικών εννοιών, το πόσο βαθιά ριζωμένοι είναι οι αριθμητικοί τύποι μέσα στις δομές των πραγμάτων, ώστε πολλές φορές να μην είναι μπορετό να καθοριστεί με σαφήνεια ποιο προϋπήρξε ποιανού. Ρωτούσε τον διπλοπόδι καθούμενο φοιτητόκοσμο, ο Σοφός, περιφέροντας το βλέμμα:
-« Ήταν άραγε οι μαθηματικοί αλγόριθμοι που πρωτογεννήθηκαν, καθορίζοντας τη φόρμα του απτού κόσμου; Ή ήταν τα πράγματα που πρωτοπλάστηκαν και μέσα από τη θαυμαστή χαοτική αρμονία τους αναδύθηκαν οι αριθμητικές νότες για να συναρπάσουν αποκλειστικά τα ονειροπαρμένα μαθηματικά μυαλά;».

Την έκπληκτη σιωπή μας, την ακολουθούσε μια βουή έντονων αντιπαραθέσεων. Κάτι τέτοια συζητούσαμε ολημερίς και πολλές φορές συλλογισμένοι ξεχνιόμαστε, μέχρι που το σούρουπο έβαζε φωτιά στο ουρανό, κατά τη μεριά της Μεγάλης Ελλάδας. Απτόητοι όμως εμείς διαμελίζαμε χειρουργικά διαφορικούς τύπους, ανασυνθέταμε παραστάσεις με νέες αρχικές συνθήκες και γενικά ερευνούσαμε υποπεριπτώσεις υποπεριπτώσεων. Παραστάτες σ’ όλες αυτές τις συναρπαστικές έρευνες, οι Δάσκαλοι μας, έπαιζαν το ρόλο του συντονιστή και του μέντορα, ενώ αμέριστη ήταν η χαρά τους όταν μια νέα χρήσιμη γνώση έκανε πως μπουσούλαγε έξω απ’ το δοκιμαστικό σωλήνα, οπού συντήκονταν οι προσπάθειες εκατοντάδων φοιτητών.

Όλες αυτές οι δοκιμές, τα πειράματα και οι ασκήσεις, όλες οι χαρές μα και οι απογοητεύσεις που μας κερνούσαν οι προσπάθειες μας για εξέλιξη των ήδη κεκτημένων γνώσεων, μας έκαναν φοβερά καχύποπτους και κριτικούς. Κάθε παλιότερη θεωρία που μας σερβίριζαν, τα κατά τα άλλα πολύ προσεγμένα και σύγχρονα εγχειρίδια, που μας μοιράζονταν εγκαίρως απ’ τους πνευματικούς καθοδηγητές μας, ώστε να έχουμε ένα σχετικό σχέδιο πλεύσης στις εξερευνήσεις μας, περνούσε από ψιλή κρησάρα. Οι θεωρίες και οι ορισμοί των μίστερ Γκάους, Λέιμπνιτς, Βάιστρας, Καντόρ, Μπολζάνο, Κοσή και άλλων πολλών, είτε «ανακαινίζονταν» με χρήση νέων όρων , είτε επεκτείνονταν ώστε να γίνει πιο γόνιμη η προσφορά τους, είτε απορρίπτονταν πάραυτα διαγκωνισμένοι από νέες θεωρίες φοιτητών, που διεκδικούσαν μια θέση κάτω απ’ τον Ήλιο της ισονομίας της γνώσης, που φώτιζε τη πανεπιστημιακή πολιτεία μας. Κανείς δεν είχε το αλάθητο, σε κανέναν δεν παρεχωρείτο η ντε φάκτο αλήθεια των λόγων, άγιοι στις επιστήμες δεν υπάρχουν και έτσι εμείς, ελεύθεροι από δογματισμούς και προκαταλήψεις, είχαμε το ελεύθερο να κάνουμε οποιαδήποτε αλχημεία μας περνούσε απ’ το μυαλό. Άλλωστε η νεανική ζέση και ο ενθουσιασμός, μας υπαγόρευε να επαναστατούμε διαρκώς απέναντι στο καθετί προϋπάρχον, στο καθετί που ανέδινε έστω και την παραμικρή υποψία οσμής σήψης. Επαναστατούσαμε μόνο και μόνο για τη χαρά της επανάστασης και… να δεις κάτι πράγματα (!), κάθε φορά ερχόταν η δικαίωση του αγώνα: Μια νέα ήπειρος γνώσης, ακόμα κι αν δεν υπήρχε για να την ανακαλύψουμε, εμείς τη θεμελιώναμε με σεισμούς και λάβα, εκεί που συναντώνται οι τεκτονικές πλάκες της άγνοιας και του σκοταδισμού.

Κάθε φορά που το Καθεστώς… Καθεστώς βλέπεις λέγαμε εμείς κάθε κομματικό, κυβερνητικό σχηματισμό που κρατούσε τα πόστα της εξουσίας για πάνω από χρόνο. Κι αυτό γιατί η εξουσία φθείρει και κάνει αφέντες με μαστίγιο και καρότο αυτούς που κανονικά θα έπρεπε να είναι υπηρέτες του λαού. Λοιπόν, κάθε που το Καθεστώς, πήγαινε να ρουφήξει πόρους που δικαιωματικά ανήκαν στον Οίκο της Ιδεατής Πανεπιστημιακής μας κοινότητας και να τα δώσει είτε σε τίποτα «ειρηνευτικές» αποστολές που πότιζαν κόκκινο την έρημο, είτε σε τίποτα «μη κερδοσκοπικά» ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, εμείς κάναμε επαναστατικά ντου:
Πνίγαμε με προκηρύξεις-ερευνητικά προγράμματα το κοινοβούλιο, διεκδικώντας έτσι δυναμικά άμεση καταβολή κονδυλίων, καταθέταμε σχέδια ανάπτυξης για τη χώρα που προϋπέθεταν την δική μας ενεργό συμμετοχή για την υλοποίηση τους, καταθέταμε τους κλάδους ελιάς και τα δάφνινα στέφανα που αποκόμιζαν οι τιμημένες ερευνητικές μας αποστολές, όταν συμμετείχαν επιτυχώς σε παγκόσμια προγράμματα συνεργασίας για την ευημερία του πλανήτη. Όταν έσφιγγαν τα πράγματα πολύ, τα σαΐνια μας οι κομπιουτεράδες, απειλούσαν τους «κυβερνώντες» με αποκλεισμό από το κυβερνοχώρο και μια πανεπιστημιακή υπερδραστηριότητα απειλούσε με έμφραγμα τις αρτηρίες του συστήματος που τροφοδοτούνταν με γνώση και νοητικά επιτεύγματα. Στην πραγματικότητα, ήταν αυτές οι εποχές της πολιτικής αποθράσυνσης και αλαζονείας, που έκαναν το Πανεπιστήμιο να σφύζει από ζωντάνια και δημιουργικότητα. Τότε σαν κάποια που επαναπροσδιορίζει την αξία της, τη θέση και τη λειτουργικότητα της, μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, η Πανεπιστημιακή κοινότητα, αγωνιζόταν να πείσει το «σύμπαν» ότι τα κεκτημένα όφειλαν να παραμείνουν κεκτημένα, γιατί αυτή που τα κατείχε, δεν είχε πεθάνει ώστε να τα κληρονομήσουν τίποτα συγγενείς εξ αγχιστείας…»

* * *

-«Ρε μαλάκα, πόση κόκα της έδωσες να σνιφάρει; Γαμώ τις εγκεφαλικές σου πουτάνες μέσα γαμώ! Κάθε φορά τα ίδια θα ‘χουμε; Στο είπα χίλιες φορές. Δίνε της τόση ώστε να την κάνεις ευτυχισμένη να παίρνει πίπες απ’ τους πελάτες, όχι να μας τσαμπουνάει τις πίπες της.»
-«Εντάξει ρε μαλάκα! Της τα παίρνεις. Δε της τα παίρνεις, πουλώντας το μουνί της;
Άστη τουλάχιστο να κάνει παιχνίδι στη φαντασία της. Έτσι δεν είναι μωρό; Ε, μωρό;»
-«Τι διάολο κοιτάει έτσι μουρλά τώρα; Να της δώσω κάνα φούσκο να ξυπνήσει;»
-«Μπα! Θα μας τα πρήξει χειρότερα.»
-«Καλά… δε λέω, χρυσοφόρο το «ορυχείο», αλλά το έχει παραχέσει. Ξέρεις τι έλεγε σε κείνο το πολιτευάμενο, πανεπιστημιακό καθίκι που ήρθε χτες για τις τρελίτσες του;»
-«Έβαλες τη κάμερα που έλεγες στο δωμάτιο;»
-«Χα! Ναι. Αχρείαστες να ‘ναι, αλλά ποτέ δε ξέρεις αν θα αποφασίσει κάποιος απ’ αυτούς τους καυλιάρηδες, να παίξει τον άγγελο του δικαίου, ξεκαθαρίζοντας ολίγο από κύκλωμα μαστροπείας. Στο έτσι… Για να δείξει καλή θέληση.»
-«Σωστοοός! Φύλαγε τα ρούχα σου να ‘χεις τα μισά…Λοιπόν; Τι του ‘λεγε, το κομμάτι;»
-«Χα χα χα! Τραγούδαγε λοιπόν, ξανά και ξανά το ίδιο σύνθημα: ‘Το λούκι, το λούκι, για κάθε κώλο ταιριαστό, υπάρχει ένα παλούκι.’ Σα να της είχε κολλήσει, ρε μαλάκα, η βελόνα. Για μια στιγμή είπα, πως δε μπορεί θα απηυδήσει ο πηδηχταράς, θα την αφήσει σύξυλη και θα έρθει να μου ζητάει τα ρέστα. Αλλά αυτός , ο μαλάκας, εκεί… Και… «Σ’ αρέσει κούκλα μου;», και … «Το θες πιο βαθιά μάνα μου;»και… «Αυτό το παλούκι σου εφαρμόζει τέλεια μωρό μου!»… Είχα ξεραθεί στα γέλια. Αλλά πάνω στο τελευταίο, η δικιά σου, λες και της κατεβάσανε τον διακόπτη, σταματάει τα τραγούδια και πέφτει σε κώμα, με κάτι ορθάνοιχτες ματάρες, να ζουμάρουν στη φρίκη.»
-«Και τι έκανε τότε ο καράφλας;»
-«Τίποτα…Έπεσε πάνω της και με τα σάλια να τρέχουν, ξεράθηκε στον ύπνο.»

* * *

Τα αστικά «Νο6»

«Όλα πήγαιναν τόσο καλά …Κάθε πρωί, αχάραγα ακόμα, έπαιρνα με λαχτάρα το αστικό «Νο6 Πανεπιστήμιο-Νοσοκομείο», για να φτάσω μια ώρα αρχύτερα στην Ιδεατή Πανεπιστημιακή Πολιτεία της Πάτρας. Μαζί με μένα και ένα ολάκερο λεφούσι από συμφοιτητές μου, πρόσμεναν με ανυπομονησία στη στάση και μόλις το λεωφορείο διαφαινόταν στον ορίζοντα, το καλωσόριζαν με ουρανομήκης ιαχές και ορμούσαν πατείς με πατώ σε, ποιος θα πρωτοβολευτεί στα σωθικά του μάτζικ μπας. Αποτέλεσμα αυτού του άναρχου πανικού, ήταν να στριμωχνόμαστε, οι πιο τυχεροί, σα σαρδέλες στο εσωτερικό του λεωφορείου. Άλλοι, οι πιο άτυχοι, γαντζώνονταν και κρεμιούνταν απελπισμένοι απ’ τα ανοιχτά παράθυρα, ενώ οι περισσότερο πωρωμένοι και ριψοκίνδυνοι σκαρφάλωναν στην οροφή του αστικού και περνούσαν ένα τρελό εικοσάλεπτο κάνοντας ένα ιδιότυπο λακουβο-σέρφιγκ , μέχρι το Πανεπιστήμιο. Όλος αυτός ο χαμός γινόταν παρά τις παρακλητικές διαβεβαιώσεις του οδηγού, ότι σε κανένα δεκάλεπτο θα περνούσε και άλλο λεωφορείο. Ουδείς δεχόταν να διακινδυνεύσει την παραμικρή καθυστέρηση, κανείς δε μπορούσε να διανοηθεί ότι θα έχανε έστω την εισαγωγή κάποιας συζήτησης ή παρουσίασης. Μερικοί, μπορεί ακόμα και να έπεφταν από τις άκρες των παραθύρων απ’ όπου κρεμιούνταν, καθώς ο τσουχτερά ψυχρός πρωινός αέρας, ξύριζε το τρεχάτο λεωφορείο. Αλλά παρόλο που έπεφταν και σέρνονταν αρκετά μέτρα πάνω στην άσφαλτο, εντούτοις ξανασηκώνονταν και έτρεχαν κουτσά και μανιασμένα, να προλάβουν το «Νο6». Πολλές φορές, δε, έφταναν στη «Ιδεατή Πολιτεία» πριν από το λεωφορείο, που φαινόταν κανένα δίλεπτο αργότερα, στενάζοντας απ’ το βάρος, που το ‘χανε ως δια μαγείας δέκα μέτρα πριν την πολυπόθητη στάση. Το ξεφόρτωμα ήταν εξίσου εντυπωσιακό με το φόρτωμα. Κανείς δεν περίμενε να ανοίξουν οι πόρτες, όλοι έσπευδαν να βγουν από τα παράθυρα ή από τους ‘φεγγίτες’ της οροφής. Όλο το λεωφορείο παρουσίαζε διαρροή από φοιτητές, που έρεαν με συγκινητική ορμή και πάθος προς τα πανεπιστημιακά περιστύλια.

Αργά το βράδυ, πάλι, γινόταν ενός άλλου είδους χαμός. Τα λεωφορεία έφταναν στην στάση το ένα μετά το άλλο και βρίσκοντας την έρημη, κόρναραν και διαμαρτύρονταν για την αργοπορία του έθνους των φοιτητών. Οι οποίοι φοιτητές είχαν γίνει ένα με τα πεζούλια, τα έδρανα, τους πίνακες και τα ντουβάρια του Πανεπιστημίου και αρνούνταν πεισματικά να ανταποκριθούν στα κελεύσματα για αποχώρηση από την αγαπημένη γη της γνώσης, όπου το καλό μπορεί να ήταν καλό, αλλά αυτό δεν του στερούσε την ταυτόχρονη ιδιότητα του κακού. Σιγά σιγά, καθώς μαζεύονταν ολοένα και περισσότερα λεωφορεία, η ανυπομονησία κορυφωνόταν και μερικοί έξαλλοι οδηγοί δεν μπορούσαν ούτε ελιγμό να κάνουν και να φύγουν, αφού οι γύρω δρόμοι είχαν ήδη καταληφθεί από μια μακριά φιδογυριστή ουρά αστικών. Τότε έρχονταν οι καθαρίστριες σε βοήθεια των αγανακτισμένων λεωφορειατζίδων. Έπλεναν με λάστιχα τα πεζούλια, έτριβαν τα έδρανα, σφούγγιζαν τους πίνακες και έξυναν τα ντουβάρια, μέχρι που κανένας φοιτητής δεν μπορούσε να αντέξει άλλο αυτή την ισοπεδωτική επιχείρηση καθαριότητας. Αναγκάζονταν λοιπόν με θρήνους και βαρυγκώμιες, να επιβιβαστούν σέρνοντας στα λεωφορεία του γυρισμού. Αυτή τη φορά τηρούσαν ευλαβικά την τάξη, τη κοσμιότητα και τη σειρά προτεραιότητας, σε σημείο που η υπερβολική ευγένεια να προκαλεί χειρότερους καυγάδες, απ’ ότι θα προκαλούσε μια αγκωνιά.
-«Παρακαλώ, κυρία συνάδελφε, περάστε… Να σας βοηθήσω με τα βιβλία σας. Φαίνονται, πραγματικά πολύ βαρεία!», έλεγε ο συνάδελφος, πότε ρίχνοντας πίσω του ματιές θλίψης και αγωνίας και πότε βλεφαριάζοντας με έκδηλη περιέργεια τα βιβλία της συναδέλφου.
-«Σας ευχαριστώ πολύ κύριε συνάδελφε, δεν συντρέχει κανένας λόγος να ενοχλήστε, τα καταφέρνω μια χαρά και μόνη μου. Περάστε παρακαλώ.», απαντούσε η συνάδελφος, καθώς συλλογιόταν απ’ τη μια να κάνει μεταβολή και να τρέξει πίσω στο αμφιθεατρικό στασίδι της και απ’ την άλλη να μην αφήσει τον βάρβαρο να πάρει τα βιβλία απ’ τα χέρια της.
-«Μα φαίνεστε πραγματικά καταβεβλημένη αγαπητή μου. Δεχτείτε παρακαλώ τη βοήθεια μου.», ξανάλεγε ο ιπποτικός συμφοιτητής, τραβώντας τα βιβλία.
-«Σας ευχαριστώ πολύ κύριε, μπορώ να τα κουβαλήσω και μόνη μου. Κοιτάξτε να βολευτείτε εσείς…».
-«Μα εγώ να σας βοηθήσω θέλω…».
-«Θα ξεκολλήσεις τα ξερά σου από τα βιβλία μου παλιομαλάκα;».
-«Εγώ φταίω που προσφέρθηκα, φεμινίστρια παλιογκαμήλα!».
-«Άντε στο διάολο, προχώρα. Καραγκιόζη!», κραύγαζε τρεμάμενη η φοιτήτρια και σφίγγοντας τα βιβλία στην αγκαλιά της ριχνόταν στο πλήθος που έμπαινε με το πάσο του μέσα στα σκυθρωπά, βραδιασμένα λεωφορεία. Αλλά το πλήθος ήταν τόσο πηχτό που δεν μπορούσε να το διαπεράσει. Έτσι, συμβιβαζόταν με τα κλάματα και την απελπισία της και γυρνούσε ρουφώντας τις μύξες της, στην ουρά που χωνόταν στο λεωφορείο του γυρισμού. Εντωμεταξύ η αναστάτωση που είχε δημιουργήσει το επεισόδιο στο φοιτητόκοσμο, έπαιρνε άλλη μισή ώρα για να καταλαγιάσει.

Εντέλει ένα μακρύ κομβόι από αστικά λεωφορεία, άφηνε τα Πανεπιστημιακά εδάφη αργά και τελετουργικά. Μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα, ένας μακρύς δράκος κυλούσε πάνω στις ρόδες του σαν σε όνειρο. Οι προβολείς, φλογισμένα μάτια, άχνιζαν, πυκνώνοντας την υγρή ομίχλη της εξοχής του Ρίου και τα πορτοκαλιά φλας αναβόσβηναν σαν μετακινούμενοι, παραπλανητικοί φάροι. Τα παχνισμένα παράθυρα της λεωφορειοπομπής ήταν πρόχειρα σκουπισμένα από τα φοιτητικά μανίκια. Πάνω τους ήταν κολλημένα σκυθρωπά μέτωπα και λιγνές παλάμες, αποχαιρετώντας με παραιτημένο τρόπο, τα τελευταία πανεπιστημιακά δέντρα που ρίζωναν στη στροφή. Η ησυχία που επικρατούσε ήταν απόκοσμη, λες και τα πάντα συνέβαιναν σε μακρινή ανάμνηση, οπού οι ήχοι μονώνονται από το βάθος του χρόνου.

‘Με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά’, τα λεωφορεία γυρνούσαν στην Πάτρα , κάνοντας ένα μεγαλειώδη γύρο, που περνούσε από την παραθαλάσσια οδό της Ηρώων Πολυτεχνείου. Καθώς η πομπή κοντοζύγωνε στο απλοϊκό, τσιμεντένιο μνημείο των επαναστατημένων φοιτητών του παρελθόντος, μια έντονη συγκίνηση πύκνωνε τον αέρα εντός των αστικών. Οι κόρες των ματιών μεγάλωναν και φόρτιζαν την ατμόσφαιρα με ερμαφρόδιτα, θετικαρνητικά ιόντα, ενώ μια βουή προμήνυε την οργισμένη καταιγίδα που θα ξεπάτωνε εντός ολίγου τα «αστικά» (λεωφορειακά) καθίσματα… Η βουή καθώς ερχόταν πιο κοντά στο μνημείο, έπαιρνε μορφή, ντυνόταν κάτι ξέμπαρκες νότες του δρόμου, φοδραρισμένες με καψαλισμένες σελίδες ιερόσυλων βιβλίων, που τις γλίτωσε τελευταία στιγμή ένας μάγκας άνεμος:
«Ένα το χελιδόνι, κι η άνοιξη ακριβή. Για να γυρίσει ο Ήλιος, θέλει δουλειά πολύ…»
Έτσι μορφωνόταν η βουή, γινόταν ο ύμνος εκατοντάδων φοιτητών…
«Θέλει νεκροί χιλιάδες να ‘ναι στους τροχούς, θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους...» Έτσι σαρκωνόταν η βουή, γινόταν ύμνος προς γνώση και συμμόρφωση.

Όταν τα λεωφορεία έφταναν εντέλει στο μνημείο, τραβούσαν χειρόφρενο και έσβηναν τις μηχανές τους, τηρώντας ενός λεπτού σιγή. Τότε ήταν που η πυκνότητα της ατμόσφαιρας γινόταν τέτοια, που οι ακίνητες μορφές των φοιτητών έμοιαζαν με τις λαστιχάτες ανθρώπινες φιγούρες του Θεοτοκόπουλου. Ήταν όλοι τους επικίνδυνα πιεσμένοι και παρατεντωμένοι, λες και προσπαθούσαν να φτάσουν το άφταστο. Και κει που όλοι παραστέκονταν να περάσει το λεπτό, οι δείκτες των ρολογιών επιμηκύνονταν κι αυτοί και ο χρόνος διαστελλόταν ως το άπειρο. Μέσα σ’ αυτό το άπλετο του χρόνου, γίνονταν πράγματα και θάματα. Γύρω απ’ το μνημείο σχιζόταν η γης και απ’ τις φρακταλιασμένες ρωγμές, ξεφύτρωναν, φρεσκοαναστημένοι οι Πολυτεχνικοί Ήρωες, χωρίς τα σάβανα της αλλοτρίωσης που ντύνει η ράφτρα ενηλικίωση και οι μόδιστροι του Συστήματος… Πολλοί απ’ τους αναστημένους Ήρωες κρατούσαν πλαστικές σακούλες του σούπερ μάρκετ που περιείχαν τα λιγοστά τους υπάρχοντα και μιλούσαν πακιστανικά. Συζητούσαν πρακτικο-φιλοσοφικά για πόλεμο, μετανάστευση, φορτηγά, αμπάρια, για μια γη της επαγγελίας που λέγεται Ιταλία και συμβουλεύονταν την πυξίδα για να δουν που τους ξέβρασε ο χωροχρόνος. Μετά περνούσε το «λεπτό της σιγής» και αποσυμπιεζόταν το σύμπαν. Οι φοιτητές ξανακάρφωναν τα καθίσματα στις θέσεις τους, ενώ η γης ρουφούσε στα σπλάχνα της τους αποπροσανατολισμένους Πακιστανούς και τους κλωσούσε.

Ξανάπαιρναν μπροστά οι μηχανές των «Νο6» και μπαίνοντας στην τελική ευθεία, τσουλούσαν στους δρόμους της πόλης, κόβοντας και μοιράζοντας τη φοιτητική τράπουλα στις γειτονιές. Χτυπούσαν μεσάνυχτα καθώς όλοι οι φοιτητές το έσκαγαν υπνοβατικά για τα κρεβάτια τους και πολλά παπούτσια έχαναν το ταίρι τους, για να μη το ξαναβρούν ποτέ…»

* * *

-«Οι πίτσες έφτασαν!»
-«Άντε ρε Σπύρο! Πού διάολο ήσουν δυο ώρες και έχω λυσσάξει απ’ την πείνα; Κουνήσου ρε μαλάκα. Μπες μέσα και κλείσε την πόρτα. Πάγωσα! Τι έφερες;»
-«Δύο σπέσιαλ οικογενειακές…»
-«Ναι…για πολύ οικογενειακές καταστάσεις. Φέρ’ τις εδώ!»
-«…Και κόκα κόλα λάιτ, μια και προσέχεις τη σιλουέτα σου, χοντροκώλη.»

Γυρίζει ο Σπύρος και με κοιτάει. Το μυαλό μου είναι μοιρασμένο. Απ’ τη μια ανακυκλώνει το παρελθόν και απ’ την άλλη αφουγκράζεται τα ομιχλώδη τεκταινόμενα του παρόντος. Για την ομίχλη ξέρω… Φταίει η κόκα. Είναι η ομίχλη που ρουφάει το ρουθούνι μου. Αλλά η ματιά του Σπύρου, πάντα βρίσκει τρόπο και διαπερνά την ομίχλη.

-«Και για το μωρό, τι έφερα;…»
-«Σιγά που σε ακούει μαλάκα. Όλη την ώρα με μπάφιασε με τα παραμιλητά της. Τι της έβαλα τις φωνές, τι τη τράνταζα, τι τη τρατάρισα χαστούκια, τζίφος. Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!»
-«Στο έχω πει χίλιες φορές να μη τη χτυπάς!»
-«Όπα ρε νταβατζή με τη χρυσή καρδιά. Είσαι πρωτάρης αλλά πάρ’ το χαμπάρι όσο είναι ακόμα καιρός. Τις γκόμενες τις βαράς για να μη σε καβαλήσουν. Αν δε σε φοβούνται οι πουτάνες, πάει το ‘χασες το παιχνίδι. Αλλά αυτή είναι περιπτωσάρα, δε το βουλώνει με τίποτα, τη φίμωσα και γω και ησύχασα. Για λίγο…Γιατί μετά πάτησε κάτι κλάματα, που την έπνιξαν οι μύξες και έτσι αναγκάστηκα να τη λύσω. Ε, εντέλει έγινε αφασία και επιτέλους μπόρεσα να δω τη ταινία, χωρίς να την έχω να μουρμουρίζει τα δικά της.»
-«Μαλάκα στο ξαναλέω. Μη τη ξαναχτυπήσεις γιατί θα γίνουμε κώλος…»
-«Άκου αδερφέ…Δε μου αρέσει να μου λένε τι να κάνω και ειδικά όταν πρόκειται για μια καμένη κουφάλα. Πρόσεξε γιατί αν σ’ αφήσω, τέρμα η προστασία απ’ τους μπάτσους, τέρμα οι επαφές με το Αφεντικό, πες αντίο στις μεγάλες δουλειές… Το ‘πιασες; Άντε τώρα, άσε με να φάω και… πού ‘σαι; Σκέψου το λογικά το πράμα και θα δεις πως έχω δίκιο. Άμα θες να πετύχεις στην παρανομία ή θα είσαι πολύ κακός ή θα είσαι ένας φτωχομπινές μικροεγκληματίας ανίκανος να αρμέξεις μια ‘αγελάδα’. Μουουου! Και γαμώ τις πίτσες!»
-«…Και για το μωρό, τι έφερα; Ορίστε! Παγωτό αγριοκέρασο που του αρέσει και… Μωρό, κοίτα! Τα σπίρτα σου!»

ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ ΜΟΥ! ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ ΜΟΥ! Δε το ξέχασε, έφερε σπίρτα!

-«Καλά είσαι και πολύ μαλάκας! Δίνεις στη μαστουρωμένη σπίρτα; Να μας βάλει καμιά φωτιά εδώ μέσα; Πάρ’ της τα αμέσως!»
-«Δεν έχεις δίκιο. Εμένα μου φαίνεται ότι όταν ανάβει τα σπίρτα της, ξαφνικά σα να γαληνεύει. Καθένας με τα βίτσια του…Άσε να κάνει το κομμάτι της. Θα την προσέχω εγώ.»
-«Και γω σου λέω πως δε σου ταιριάζει να πουλάς νταβατζιλίκι και βγες απ’ το χορό όσο είναι ακόμα καιρός. Έχεις ακόμα ένα μικρό περιθώριο. Δεν είσαι χωμένος τόσο βαθιά στο λούκι… Και τέλος πάντων μου λες τι παριστάνει τώρα αυτή καίγοντας σπίρτα; Το κοριτσάκι με τα σπίρτα; Και τι διάολο βλέπει στη φλόγα; Το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τη γαλοπούλα;»

Δε βλέπω τίποτα στη φλόγα τσογλάνια! Στο καμένο ξύλο βλέπω…ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ!
Τσαφφφ! Ανάβω ένα σπίρτο και στιγμιαία φουντώνει η φλόγα. Αλλά δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια κίτρινη, φουντωτή, βελούδινη στο μάτι και αγκυλωτή στην αφή φλόγα. Ένα τρεμουλιαστό πνεύμα που έχει ριζώσει πάνω στο ξυλαράκι και χορεύει κεφάτα καθώς το τρώει, καθώς μεταποιεί την ουσία του: η απανθράκωση! Χα! Ζήτω η φλόγα! Ότι αυτή καρβουνιάζει τις ψυχές. Η φλόγα του πάθους για ελευθερία, επανάσταση, γνώση, αλήθεια, δράση, αντίδραση…Η φλόγα του πάθους για χρήμα, δόξα, φήμη, εξουσία, κατανάλωση, ισοπέδωση, λήθη… Φσσσς…Λογιών λογιών φλόγες μασουλάνε τα σπίρτα μου και τσουρουφλίζουν τα δάχτυλα μου και τα δάχτυλα της ψυχής μου. Κλαίει. Κλαίω.

Όταν η φλόγα σβήσει, ένας θύσανος καπνού ξεσπά και ανεβαίνει μια ελικοειδή σκάλα, έξοδο κινδύνου προς τον ουρανό. Αναλόγως σε ποιο πάθος είναι αφιερωμένη η φλόγα, ο καπνός της, τρυπώνει στα ρουθούνια του αντίστοιχου θεού και τον εξευμενίζει. Έτσι και γω συνεχίζω μανιωδώς να ανάβω σπίρτα και να ονοματίζω τους θεούς των παθών μου. Δεν είμαι το κοριτσάκι με τα σπίρτα, τσογλάνια! Είμαι η γυναίκα πυρομανής και τα σπίρτα μου είναι σύντομες τελετές θυσίας, σε πρόχειρους βωμούς. Σε κάθε αφή καίγεται και ένα δάχτυλο της μέδουσας ψυχής μου.

Οι φλόγες δεν είναι το κατάλληλο υλικό πάνω στο οποίο παίζονται ταινίες οικογενειακής θαλπωρής. Παραγεμισμένες γαλοπούλες με κάστανα, η γιαγιά να λέει παραμύθια, η μαμά να κόβει το γλυκό, ο μπαμπάς να ψήνει κρεμμύδια στο τζάκι, η γιαγιά, η μαμά, ο μπαμπάς να παρακολουθούν το «σούπερ ντίαλ» στη τηλεόραση και να προτρέπουν τον καλλίφωνο, άνεργο αδερφό μου να δηλώσει συμμετοχή στο «φαίημ στόρυ ΙΧ»… Η οικογενειακή θαλπωρή εντυπώνεται σε άλλο, πιο φτηνό υλικό, όπως όλα τα βολέματα και οι μούχλες της ιστορίας.

-«Μπα! Δε νομίζω να βλέπει τίποτα στη φλόγα! Πάω στοίχημα πως ανάβει σπίρτα έτσι, μόνο και μόνο επειδή είναι νυχτοπεταλούδα και σε κάτι τέτοιες αρέσει να κάνουν κύκλους γύρω απ’ τη φωτιά. Μέχρι που οι κύκλοι στενεύουν τόσο τη μπούκα τους, που το σώμα της πεταλούδας φλογοβολείται και εξαερώνεται.»

Αυτός ο Σπύρος!

-«Τι να σου πω ρε φίλε…Νομίζω πως έχεις μπλέξει τα πιάνα. Εδώ δεν είμαστε φιλολογική συγκέντρωση για να παριστάνεις τον ποιητή ή τον ψυχολόγο χαμένων κορμιών.»
-«Τους ψυχολόγους, όμως, και τους ποιητές, τους γουστάρουν πολύ οι γυναίκες. Όταν πασάρεις τις κατάλληλες ατάκες στις κατάλληλες στιγμές μπορείς να γίνεις ο θεός τους. Να τις δέσεις με μια σχέση ψυχολόγου – ψυχολογούμενου, ώστε να νιώθουν ότι δεν είναι δυνατόν να σε προδώσουν, χωρίς να προδώσουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Πίστεψε με…μια βελούδινη μέθοδος χειραγώγησης, είναι πολλές φορές αποτελεσματικότερη και μεγαλύτερης διάρκειας από τη βία. Ειδικά στις γυναίκες το παιχνίδι παίζεται και κερδίζεται ή χάνεται στο μυαλό.»

Χα! Χα! Χα! Τραντάζεται το κουφάρι μου απ’ τα γέλια, ριγμένο ανάσκελα στο κρεβάτι. Τι μας λες ρε φίλε; Αν το παιχνίδι παιζόταν στο μυαλό, η πουτανιά θα είχε εκλείψει. Γιατί, για να γίνει κάποια πουτάνα, θα πρέπει είτε πολύ ηλίθια να είναι, δηλαδή εντελώς ζώον προς εκμετάλλευση. Είτε εξαρτημένη από τα ναρκωτικά, δηλαδή πάλι να το έχει καμένο το περιεχόμενο του κρανίου της. Είτε να είναι πολύ τεμπέλα για οποιαδήποτε άλλη κίνηση, εκτός από το να ψιλοανοίγει τα σκέλια της. Είτε να είναι θύμα εξαπάτησης και εκβιασμού, από τα σύγχρονα κυκλώματα δουλεμπορίας. Χα! Χα! Χα! Άκου το παιχνίδι παίζ…Βρε, αν το παιχνίδι παιζόταν στο μυαλό, η περηφάνια και η αηδία που πάνε αντάμα με τη λογική, θα στερούσε απ’ την πιάτσα το… «λειτούργημα». Ποιος νοήμον άνθρωπος θα καταδεχόταν να νοικιάζει το κορμί του για να ικανοποιήσει ο πάσα ένας την ανάγκη του για εκσπερμάτωση; Ποιος νοήμον άνθρωπος δε θα πέθαινε από αηδία, καθώς ένα κακοσχηματισμένο, ξένο σώμα, άδειο από συναισθήματα, ερχόταν σε επαφή μαζί του; Χα! Χα! Χα! Άσε τη λογική κατά μέρος Σπύρο! Εδώ το παιχνίδι παίζεται στο θέατρο του παραλόγου!

-«Χα! Χα! Μου φαίνεται ότι η μαστουρωμένη γκομενίτσα, σε πήρε στο ψιλό. Την πέθανες στο γέλιο. Καθώς φαίνεται έχει διαφορετική άποψη και διόλου δε τη συγκινεί η ποιητική, ψυχογραφική σου ευφράδεια. Παρ’ το χαμπάρι, όλα αυτά που λες, είναι προφάσεις…της φέρεσαι καλά επειδή ή τη λυπάσαι ή την έχεις πατήσει μαζί της.»
-«Κάνεις λάθος μαλάκα! Αυτό είναι το στυλ μου, έτσι γουστάρω να φέρομαι στις γυναίκες, ιπποτικά. Δε βλέπεις πως φέρονται οι πετυχημένοι παράνομοι στις ταινίες; Σκληροί είναι την ώρα που πρέπει να είναι. Τις άλλες ώρες χαλαρώνουν με χάδια και γλυκόλογα. Τις γυναίκες δεν κάνει να τις χτυπάς, παρά μόνο με τριαντάφυλλα.»
-«Καλά θα σου κάνω μια παραγγελία στο ανθοπωλείο της γειτονιάς να ‘χεις να πορεύεσαι.»

Για κοίτα! Το χιόνι που έχει μαζευτεί στις άκρες του κρεβατιού έπιασε φωτιά. Μια γλυκιά φλόγα παντρεύεται τη δροσιά του και το αφήνει μαύρο κι έρημο.
Για κοίτα πως κάνουν οι …άνθρωποι! Σαν τρελοί χοροπηδάνε. Με τα μούτρα ξαναμμένα απ’ τη τρομάρα και τη σύγχυση. Χα! Χα! Τι αστείοι παλιάτσοι που είναι. Αρπάζουν κουβέρτες και στέλνουν για ύπνο φλόγες και χιόνι. Και γω τώρα με τι θα παίξω; Αμάν έρχονται… τώρα έρχεται και καταπάνω μου. Καλά, καλά, κατάλαβα Σπύρο! Τα κουβαδάκια μου και σε άλλη παραλία!

-«Μαλάκα! Φωτιά! Τα σεντόνια έπιασαν φωτιά και αυτή χαϊδολογάει τις φλόγες! Πιάσε ρε μαλάκα τη κουβέρτα! Κουνήσου! Γαμώ τη τρέλα σας βραδιάτικα, μέσα γαμώ!»
-«Σκατά! Σκάσε ρε, να… την σβήνω…την έσβησα! Εντάξει; Σκάσε και συ μωρή! Τι γελάς, παλιοπουτάνα; Κόντεψες να καείς ζωντανή!»

Με γραπώνει απ’ τα μαλλιά και με στρώνει στο πάτωμα. Τι είναι; Μάντεψε.
Ένας πόνος στη κοιλιά και άλλοι δύο στα μούτρα. Τι είναι; Ο Σπύρος διάλεξε στρατόπεδο. Το βρωμόνερο στο λούκι τον πήγε παρακάτω.

-«Χα! Χα! Χα! Περίμενε ρεεεε!!! Μη ξεκινάς χωρίς την παραγγελιά!»

Ναι. Μη ξεκινάς χωρίς την παραγγελιά. Έχουν και τα τριαντάφυλλα κοτσάνια, με πολύ πρακτικά αγκάθια.

* * *



Αλληλεπίδραση Πανεπιστημιακής Πολιτείας – Κοινωνίας

«Όλα κυλούσαν πολύ ομαλά στο Πανεπιστήμιο. Παρακολουθήσεις, έρευνες, πειραματισμοί, παρατηρήσεις, εκπονήσεις νέων κοινωνικών προγραμμάτων, μελέτες αποδοτικής διαχείρισης των κοινοτικών πλαισίων στήριξης, διαβουλεύσεις για την καλύτερη δυνατή εφαρμογή των επιχορηγούμενων προγραμμάτων, με τις κοινοπραξίες νέων επιχειρηματιών και τους συνεταιρισμούς των νέων αγροτών. Η Πανεπιστημιακή Πολιτεία μας ήταν η καρδιά, που τροφοδοτούσε με αίμα τα μέλη του σώματος της κοινωνίας. Η Πανεπιστημιακή Πολιτεία μας ήταν και το μυαλό, που διέγειρε τα νεύρα και έκανε τα καλά αιματωμένα μέλη να εργάζονται για την πρόοδο και την ολοένα ποιοτικότερη διαβίωση.

Ο πνευματικός κόσμος του Πανεπιστημίου και το πρακτικό σύμπαν της Κοινωνίας αλληλεπιδρούσαν αρμονικά, με αναλογίες που μεταβάλλονταν. Κάθε φορά που προέκυπτε κάποιο πρόβλημα ή μια ανάγκη στο «σώμα» της Κοινωνίας, το «Μυαλό» ήταν εκεί για να το συντρέξει. Όταν μια ιδέα, για κατάλυση του προβλήματος ή κάλυψη της ανάγκης, ‘έπεφτε στο τραπέζι’ , απαιτείτο πιότερο η καινοτόμος σκέψη και η μεθοδική οργάνωση, απ’ όσα ήταν τα πρακτικά ζητούμενα. Έτσι, τα φοιτητικά γρανάζια αύξαναν τις στροφές τους και η ζυγαριά της δραστηριότητας και της παραγωγής έγερνε προς το Πανεπιστήμιο. Καθώς η ιδέα έπαιρνε μορφή σχεδίου, αποκτώντας έναν αλγοριθμικό μπούσουλα και η ‘λίστα’ των υλικών για την υλοποίηση της, αποκτούσε τις βασικές τις καταχωρήσεις, ερχόταν η ώρα για τον έλεγχο του κατά πόσο το σχέδιο μπορούσε να σταθεί στο σκελετό του κοινωνικού γίγνεσθαι. Ερχόταν δηλαδή η ώρα του δούνε και λαβείν, Πανεπιστημίου-Κοινωνίας. Σ’ αυτό το στάδιο η ζυγαριά δραστηριότητας άρχιζε να παίρνει τα ίσα της, επερχόταν μια ισονομία στις σχέσεις αλληλεπίδρασης φοιτητών – εργαζομένων πολιτών.

Οι φοιτητές έκαναν μετρήσεις στην περιοχή του πραγματικού, έπαιρναν γνώμες των ιδικών που είχαν αρχικά επισημάνει το πρόβλημα, προμηθεύονταν τα υλικά, από συνεταιριζόμενους, εξειδικευμένους παραγωγούς, που θα τους βοηθούσαν να υλοποιήσουν ένα πρότυπο μοντέλο για το (μέχρι τότε) ‘επί χάρτου’ σχέδιο τους. Σιγά σιγά , μέσω αλλεπάλληλων πειραματισμών και βάση των νέων δεδομένων που προέκυπταν κάθε φορά, από τις «ενέσεις» του μοντέλου στο «σώμα» της Κοινωνίας, το μοντέλο εξελισσόταν. Αν κρινόταν ικανοποιητική κάποια απ’ τις φάσεις της εξέλιξης, τότε ήταν η σειρά των κοινωνικών εργατών (που έφτιαχναν, αναπαρήγαγαν, εμπορεύονταν και εφάρμοζαν το τελικό μοντέλο – προϊόν), να πάρουν τη σκυτάλη της έντονης δραστηριότητας από τους φοιτητές. Οι οποίοι φοιτητές στο τελικό αυτό στάδιο παρακολουθούσαν την παραγωγή, προνοούσαν τυχόν κολλήματα στη διεξαγωγή της και είχαν μερίδιο στην ευθύνη του καταμερισμού των χρημάτων του προϋπολογισμού.

Αυτό το μερίδιο στην ευθύνη για το ‘που πήγαιναν πόσα’, που είχαν οι φοιτητές, ήταν πολύ σημαντικό, γιατί δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν παρατηρηθεί παρατυπίες, παρεκκλίσεις έως και χρηματικές καταχράσεις, κυρίως από άτομα που η χρόνια κυβερνητική εξουσία, έκανε άπληστα και αναίσχυντα. Ο έλεγχος όμως που εκπονούσαν οι φοιτητές άμβλυνε την παρουσία τέτοιων φαινομένων, κυρίως για τους εξής λόγους: α) Οι φοιτητές, ως νεαρά άτομα, είχαν ψυχή που διαρκώς ντυνόταν τα ‘ουτοπικά’ φορέματα της ανόθευτης από συμβιβασμούς και σκοπιμότητες, φαντασίας. Είχαν οράματα και διψούσαν να χτίσουν το νέο, ξεσκαρτάροντας το παλιό, που τους άφηνε κληρονομιά το έθνος των γονιών τους. Έτσι ήταν φυσικό να είναι αμείλικτοι και μαχητικοί κάθε φορά που υπήρχε έστω και η παραμικρή υπόνοια για διαφθορά και χρηματισμό. β) Οι φοιτητές είχαν ως απολαβή, απ’ όλη αυτή την αλληλεπίδραση με τη Κοινωνία, την γνώση, το προβληματισμό και μέσω αυτών, την εξέλιξη της επιστήμης τους. Χώρια βέβαια που τους δινόταν η ευκαιρία να κάνουν πράξη ή να δοκιμάσουν στην πράξη, τα οράματα και τις ιδέες τους έχοντας έτσι την ηθική ικανοποίηση της συμμετοχής, στην καλυτέρευση της ποιότητας ζωής των συμπολιτών τους. Προσωπικές υλικές απολαβές δεν υπήρχαν, ώστε να ανοίξει η όρεξη κάποιου για περισσότερα. γ) Η ομάδα των φοιτητών που συμμετείχε στον έλεγχο των διαμοιραζόμενων χρημάτων, ήταν διαφορετική για κάθε πρόγραμμα και απαρτιζόταν από τα νεαρότερα άτομα που μπορούσαν να διαχειριστούν την περίπτωση. Διότι όσο πιο μικροί ήταν ηλικιακά οι φοιτητές, τόσο πιο σίγουρη ήταν η μη εμπλοκή τους σε τυχόν παραφοιτητικά κυκλώματα, που σκάρωναν ορισμένοι επιτήδειοι κομματικοί, με στόχο τη διάσπαση και τον αποπροσανατολισμό των φοιτητών, από τους στόχους τους και το κοινό συμφέρον. Όχι βέβαια ότι η δράση τέτοιων κυκλωμάτων ήταν διαδεδομένη, αλλά όλοι ήξεραν πως έπρεπε να προβλέπονται όλες περιπτώσεις, ακόμα και αυτές με τη μικρότερη πιθανότητα.
δ) Η ρετσινιά που θα συνόδευε τον φοιτητή, που θα δεχόταν να κάνει τα στραβά μάτια χρηματιζόμενος, θα ήταν φριχτή. Έτσι κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί, έστω και για μια στιγμή, να δώσει το όνομα του σε μια τέτοια αποτρόπαια πράξη εξαγοράς. Κανείς δεν θα καταδεχόταν να γίνει ο «Εφιάλτης» της πανεπιστημιακής Ιστορίας.


Έτσι είχε το αλισβερίσι μεταξύ Πανεπιστημίου και Κοινωνίας. Αυτό το ατέρμονο, παραγωγικό ‘πάρε – δώσε’, είχε οργάνωση απαλλαγμένη από γραφειοκρατικές τρικλοποδιές, από ‘μεσάζοντες’ και διαφημιστές. Γινόταν απευθείας μεταξύ της εργατικής ομάδας που είχε ανάγκη και της αρμόδιας φοιτητικής ομάδας.
Για παράδειγμα αν ένας συνεταιρισμός ελαιοπαραγωγών, ήθελε να βρεθεί ένας τρόπος να ποτίζονται με τον πιο παραγωγικό και οικονομικό τρόπο, τα κτήματα της δικαιοδοσίας του, απευθυνόταν στην ομάδα των Μηχανικών. Αν ο ίδιος συνεταιρισμός προβληματιζόταν για το πώς να βελτιώσει την ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου, απευθυνόταν στους Βιολόγους. Αν ήθελε να εφευρεθεί ένα νέο, χρήσιμο προϊόν το οποίο θα αξιοποιούσε παραπροϊόντα της επεξεργασίας του ελαιοκάρπου, απευθυνόταν στους Χημικούς. Αν ο συνεταιρισμός αντιμετώπιζε τίποτα οικονομικά προβλήματα λόγω κακοδιαχείρισης ή υπέρμετρου δανεισμού, απευθυνόταν σε ομάδα φοιτητών της νομικής, που αφιλοκερδώς, μελετούσαν την υπόθεση και βρίσκοντας τα κατάλληλα νομικά παράθυρα, έδιναν μια δεύτερη ευκαιρία στην ομάδα των εργατών να ορθοποδήσει.
Βέβαια όταν γίνεται λόγος για συνεργασία ομάδων φοιτητών με ομάδες επαγγελματιών, δεν εννοείται μια στεγνή ‘ένα προς ένα’ αντιστοιχία μεταξύ μιας σχολής με έναν επαγγελματικό κλάδο. Όση ήταν η συνεργασία των σχολών με τον ‘κόσμο’ εκτός Πανεπιστημίου, άλλη τόση ήταν η συνεργασία των σχολών μεταξύ τους. Οι νευρώνες του ‘Εγκεφάλου’ επικοινωνούσαν μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας δεδομένα και μεταφέροντας ερεθίσματα, ανατρέχοντας σε διαδικασίες του παρελθόντος και συνδυάζοντας τις με στατιστικές του παρόντος, ώστε να αποδοθεί το μέλλον βελτιωμένο. Δηλαδή, μπορεί οι ελαιοπαραγωγοί να απευθύνονταν στους Μηχανικούς, για το πώς θα ποτίζουν καλύτερα τα κτήματα τους, αλλά αυτοί, για να προχωρήσουν στην μελέτη τους και την εξαγωγή ενός, άξιου προς εφαρμογή, μοντέλου άρδευσης, συνεργάζονταν με ομάδες από Φυσικούς, Μαθηματικούς, Γεωλόγους και Βιολόγους. Για την βελτίωση της ποιότητας του λαδιού μπορεί να απευθυνόταν ο συνεταιρισμός στους Βιολόγους, αλλά αυτοί αμέσως έστελναν μήνυμα συνεργασίας σε ομάδες Χημικών και Γεωπόνων. Για την εφεύρεση ενός προϊόντος, μπορεί οι καλλιεργητές να απευθύνονταν στους Χημικούς, αλλά αυτοί σήμαιναν συναγερμό στα τμήματα των Χημικών Μηχανικών και της Φαρμακευτικής.
Για τις νομικές δυσκολίες μπορεί να απευθύνονταν στην ομάδα της Νομικής, αλλά αυτοί αμέσως ζητούσαν την συνδρομή ομάδων από τη Φιλολογία, τη Διοίκηση Επιχειρήσεων και το τμήμα Οικονομικών Επιστημών.

Αν η ενδοπανεπιστημιακή συνεργασία δεν ήταν αρκετή, οι πληροφορίες αναζητούνταν σε άλλους «Εγκεφαλικούς» κόμβους ανά τη χώρα ή ανά τον κόσμο. Διότι υπήρχε μια αγαστή συμφωνία μεταξύ των Πανεπιστημιακών Πολιτειών, για κοινοκτημοσύνη της γνώσης και αμέριστη προσφορά βοήθειας στην έρευνα, όποτε αυτή ζητιόταν. Η βοήθεια δεν περιοριζόταν στο πνευματικό επίπεδο, αλλά συμπεριλάμβανε και τα υλικά μέσα παρατήρησης, έρευνας και επεξεργασίας.

Για τις ανάγκες αυτής της επικοινωνίας μεταξύ των Πανεπιστημιακών Πολιτειών (εγχώριων και ξένων), είχε διαμορφωθεί ένα ιδιότυπο δίκτυο επικοινωνίας, που διακρινόταν για την ταχύτητα, την αμεσότητα, το μέγεθος και την ποιότητα πληροφορίας που διακινούσε στις ηλεκτρονικές φλέβες του. Η δομή του στηριζόταν στις έννοιες των «δωματίων», των «επίπλων» και των «συρταριών».

Τα «δωμάτια» ήταν χώροι ηλεκτρονικής συγκέντρωσης φοιτητών, τα οποία ήταν εξοπλισμένα με τα κατάλληλα βοηθητικά ‘εργαλεία’ για να διεξαχθεί μια σοβαρή επιστημονική συζήτηση, που ανήκε όμως σε μια συγκεκριμένη θεματική κατηγορία. Παραδείγματος χάριν υπήρχαν «δωμάτια» Πολιτικής, Κοινωνιολογίας, Δικαίου, Γεωργίας, Βιομηχανίας, Ναυτιλίας, Εμπορίου, Τέχνης, Αθλητισμού…

Μέσα στα «δωμάτια» υπήρχαν «έπιπλα», τα οποία με τη σειρά τους ήταν αφιερωμένα σε διαφορετικές ενότητες προβληματισμού. Έτσι, παραδείγματος χάριν, μέσα στο «δωμάτιο» της Πολιτικής, στέκονταν αραδιασμένες, κόντρα στους δικτυακούς τοίχους, κάτι ψηλές «ντουλάπες», που στα φύλλα τους είχαν ταμπέλες όπως: «Ντουλάπα για τα Μοντέλα Πολιτικής», «Ντουλάπα Ιδεών για τους Τρόπους Συνύπαρξης Διαφορετικών Ιδεολογιών», «Ντουλάπα για τους Τρόπους Διαχείρισης Κρίσεων μεταξύ Αντίπαλων Ιδεολογιών», «Ντουλάπα για την Εξυγίανση και την Εξέλιξη Πολιτικών Συστημάτων, (σύμφωνα με τα εκάστοτε κοινωνικοοικονομικά δεδομένα)»...

Μέσα στις θηριώδεις «ντουλάπες», ναι, βρίσκονταν τα «συρτάρια». Καθένα από αυτά, είχε εικονικά σκαλισμένο στη ταμπελίτσα του, το όνομα της Πανεπιστημιακής Πολιτείας στην οποία ανήκε. Έτσι, μέσα σε κάθε «ντουλάπα» γινόταν χαμός από τα αναρίθμητα, ξέχειλα «συρτάρια», που φιλοξενούσαν ‘Ιδέες και Συμπεράσματα’ απ’ όλες τις γωνιές του πλανήτη. Επρόκειτο για μια πραγματική Βαβέλ Ιδεών, που ο Πύργος της ολοένα και γιγαντωνόταν σε ύψη δυσθεώρητα, από τα μυστριά των εργατοφοιτητών που έχτιζαν αδιάκοπα. Όταν κάποιος φοιτητής είχε μια Ιδέα ή ένα Πρόβλημα, τα διατύπωνε διεξοδικά και τα έριχνε στο ταχυδρομικό κουτί που ήταν καρφωμένο στην πρόσοψη του «συρταριού» του Πανεπιστημίου του. Φυσικά, προτάσεις και ερωτήματα, θα έπρεπε να είναι σχετικά με το θέμα στο οποίο ήταν αφιερωμένη η «ντουλάπα».

Υπήρχαν περιπτώσεις που μια καταχώρηση στο ταχυδρομικό κουτί, προκαλούσε το γενικό ενδιαφέρον, αρχικά των ομόγλωσσων Πανεπιστημιακών Πολιτειών και αργότερα των ξένων Πανεπιστημίων. Τότε ήταν που ξεσπούσαν έντονες συζητήσεις, δημιουργούνταν σχισματικές φιλοσοφίες πάνω στην αρχική διατυπωθείσα άποψη και μέσα απ’ όλο αυτό το αμάλγαμα ξεπηδούσε κάτι νέο και χρήσιμο, άξιο να ενταχθεί στην παγκόσμια παρακαταθήκη. Σε άλλες περιπτώσεις πάλι, οι αντιδράσεις ήταν από χλιαρές έως ανύπαρκτες. Έτσι η τύχη της πρότασης, κρινόταν από το κατά ποσό ο εμπνευστής της είχε το σθένος να επιμείνει, εφευρίσκοντας τρόπους προβολής ή αναδιατυπώνοντας την με ποιο ελκυστικό τρόπο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μια παλιά περιφρονημένη πρόταση, με νέο ένδυμα, είχε τρομερή απήχηση. Αυτό το φαινόμενο, δίδασκε τους φοιτητές να μη παρατάνε ποτέ κάτι που είχαν τη βαθιά πίστη ότι αξίζει και να παλεύουν διαρκώς για την καταξίωση του.

Συνήθως δεν ήταν ένας ο φοιτητής που έριχνε την Ιδέα ή την Απορία του στο ‘κουτί’. Αλλά ήταν ολόκληρα τμήματα σχολών, που μέσα από πολλές φιλοσοφικές συζητήσεις (συντονιζόμενες από τον ‘Σοφό’ ή τη ‘Σοφή’), είχαν δει μια καινούργια Έννοια να μορφώνεται μπροστά τους. Βάφτιζαν λοιπόν, την πρωτοφανή αυτή Έννοια, δίνοντας της όνομα και τυπικό ορισμό. Έπειτα καθόριζαν την πρακτική της χρησιμότητα και τελικά την ξαπόστελναν στα δικτυακά μονοπάτια να δοκιμάσει τη τύχη της. Η Έννοια θα είχε επιτυχία μόνο αν αποδεικνυόταν χρήσιμο εργαλείο στα «χέρια» της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Πανεπιστημιακών Πολιτειών. Αλλιώς καταδικαζόταν να αποσυντεθεί στα εξ’ ων συνετέθη.

Άλλες φορές δεν ήταν φιλοσοφική συζήτηση, αυτό με το οποίο καταπιανόταν το τμήμα μιας σχολής, αλλά ήταν μια καθαρά επιστημονική μελέτη ή πείραμα. Τότε, η Ιδέα δεν είχε την μορφή μιας θεωρητικής Έννοιας (με πιθανολογούμενη πρακτική εφαρμογή), είχε τη μορφή επιστημονικού σχεδίου εξέλιξης της γνώσης (πάλι με πιθανολογούμενες πρακτικές εφαρμογές).

Τέλος υπήρχαν και οι φορές που η δραστηριότητα του τμήματος των φοιτητών, δεν ήταν ούτε φιλοσοφική συζήτηση, ούτε μελέτη, ούτε πείραμα, αλλά ήταν αλληλεπίδραση με την Κοινωνία, στα πλαίσια στήριξης (μέσω καινοτομιών) και προγραμματισμού (μέσω σχεδιασμού της δράσης και της κατανομής οικονομικών πόρων) ομάδων επαγγελματιών. Σ’ αυτήν την περίπτωση, της ‘αλληλεπίδρασης’, η ‘Ιδέα’ δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα ‘Μοντέλο’, με πιθανολογούμενη κοινωνική ή εργασιακή εφαρμογή. Το αν πράγματι ήταν εφαρμόσιμο και αποδοτικό, μπορούσε να ελεγχθεί άμεσα από τους εργάτες που το είχαν θέσει ως ζητούμενο. Έτσι ένα επιτυχημένο ‘Μοντέλο’ – ‘Ιδέα’, μπορούσε να τοποθετηθεί θριαμβευτικά, στο ‘κουτί’ της Πανεπιστημιακής Πολιτείας, ώστε να γνωστοποιηθεί και να χρησιμεύσει ως μπούσουλας σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Μπορεί όμως το ‘Μοντέλο’ να αποτύγχανε στην κοινωνική του εφαρμογή. Τότε προέκυπτε ένα Μοντέλο – Πρόβλημα, το οποίο πάλι έμπαινε στο ‘κουτί’ του Πανεπιστημίου, αναζητώντας τη λύση του. Αν η ανάγκη για λύση του προβλήματος ήταν έκτακτη (και τις περισσότερες φορές ήταν), τότε αποστελλόταν ένα μήνυμα ΣΟΣ σε άλλα Πανεπιστήμια, προκειμένου να ελέγξουν άμεσα το περιεχόμενο π.χ. του ‘κουτιού’ της Πανεπιστημιακής Πολιτείας της Πάτρας, και να φωτίσουν, αν μπορούσαν, την προβληματική υπόθεση.

Όταν το Πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί είχε χαρακτηριστικά που απαντώνται σε ορισμένες Κοινωνίες ή Γεωγραφικές περιοχές, τότε το μήνυμα σωτηρίας ήταν φυσικό να αποστέλλεται στις Πανεπιστημιακές Πολιτείες που άνθιζαν στους κόλπους τους. Αν για παράδειγμα οι Χημικοί Μηχανικοί, οι Χημικοί και οι Βιολόγοι φοιτητές αντιμετώπιζαν πρόβλημα σε κάποιο ‘Μοντέλο’ που είχαν αναπτύξει για την οικολογική διαχείριση των λυμάτων, κατά την παραγωγή πυρήνας και πυρηνελαίου από τα κουκούτσια της ελιάς, τότε απευθύνονταν σε Πανεπιστήμια χωρών που είχαν ελαιώνες. Έστελνε κάποιος πανεπιστημιακός «τηλεγραφητής» μήνυμα: «ΕΔΩ Πανεπιστημιακή Πολιτεία της Πάτρας! ΕΔΩ Πανεπιστημιακή Πολιτεία της Πάτρας!… Πανεπιστημιακή Πολιτεία της Νότιας Ισπανίας…Λαμβάνεις; Ζητούμε την άμεση συμβολή σας, για την επίλυση του προβληματικού ‘Μοντέλου’ με κωδικό Γ-Δ.Λ.Ε.Γ.Π.3 . Όβερ!». Ο κωδικός προέκυπτε από τα αρχικά των λέξεων: ‘Γεωργία’ που ήταν το «δωμάτιο», στο οποίο βρισκόταν η «ντουλάπα» με την πινακίδα «Διαχείριση Λυμάτων από την Επεξεργασία Γεωργικών Προϊόντων», ενώ ο αριθμός 3 αναφερόταν στο τρίτο κατά σειρά Πρόβλημα, που ήταν τοποθετημένο στο «συρτάρι» του Πανεπιστημίου Πατρών.»

* * *

-«Εδώ Πανεπιστημιακή Πολιτεία της Πάτρας! ΕΔΩ Πανεπιστημιακή Πολιτεία της Πάτρας!… Πανεπιστημιακή Πολιτεία της Νότιας Ισπανίας…Λαμβάνεις;… Μμμμμμ;»
-«Λαμβάνω! Λαμβάνω κουκλάρα μου! Φυσάει, αλλά σε λαμβάνω καθαρά!»
-«Ο κωδικός του προβληματικού ‘Μοντέλου’ είναι Γ-Δ.Λ.Ε.Γ.Π.3 ! Όβερ!»
-«Διάολε! Δε ξέρω για προβληματικό, πάντως μυστήριο μοντέλο είσαι σίγουρα. Οι ατάκες σου είναι πολύ βιτσιόζικες. Τις γουστάρω πολύ! Πες μου κι άλλα, μωρό!»
-«Σεβαστέ μου Διδάσκαλε, τα αποτελέσματα της έρευνας για τη καλύτερη δυνατή διάταξη των αυτόματων ποτιστικών, στον Κ-3 τομέα του πορτοκαλεώνα της Κάτω Αχαγιάς, είναι πολύ σημαντικά!»
-«Σοβαρά γλυκιά μου; Γιατί αυτό; Έλα δω, κάθισε στα γόνατα μου και πες μου…έτσι μπράααβο. Βολέψου! »
-«Μα είναι φανερό ότι έτσι αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά η σημαντικότητα των κλασματομορφικών αντικειμένων και κατ’ επέκταση η αναγκαιότητα εκτενέστερης μελέτης των δυναμικών συστημάτων! Αφού…»
-«Ναι, ναι…είναι αναγκαία η μελέτη των δυναμικών συστημάτων. Αν τα μελετήσουμε μαζί, θα μου δώσεις ένα φιλάκι;»
-«…είναι αναγκαία γιατί αποδοτικότερο πότισμα επιτυγχάνεται με μια φράκταλ διάταξη των ποτιστικών και…ο βαθμός…μα Σοφέ Καθοδηγητή, τι ψάχνετε εκεί κάτω; Αχ!»
-«Αααχ!; Ο Σοφός Καθοδηγητής ανακάλυψε σκονάκια στο βρακάκι σου και είναι πολύ θυμωμένος. Έλα μανάρι μου! Τι θα κάνεις για να μη σου μηδενίσω τη κόλλα;
-«Μα Δάσκαλε! Δάσκαλε…σας παρακαλώ. Ο βαθμός δυσκολίας του εγχειρήματος, δεν είναι τίποτα μπροστά στα οφέλη…Άλλα αν δε μείνατε ικανοποιημένος απ’ την έρευνα, σας βεβαιώ ότι θα ξαναμελετήσω τα δεδομένα απ’ την αρχή και θα διορθώσω τα λάθη μου!»
-«Να μελετήσεις απ’ την αρχή; Να διορθώσεις τα λάθη σου; Την ευκαιρία σου την είχες στην εξεταστική του Φεβρουαρίου και την έχασες. Σε τσάκωσα με σκονάκια! Τώρα πρέπει να με καλοπιάσεις με τα κολπάκια σου. Έλα μωρό μου…δείξε μου πόσο καλή είσαι!»
-«Έκανα λάθος! Δεν είσαι εσύ ο Δάσκαλος μου. Άφησε με!»
-«Και βέβαια είμαι εγώ μικρή ανόητη. Δε θυμάσαι; Δυο εξάμηνα παρεούλα τα … ‘περάσαμε’.»

«Θυμάμαι. Πως δε θυμάμαι. Αυτή είναι, σε πολύ γενικές γραμμές, η φιγούρα του Δασκάλου μου. Μόνο που τα σοφά, πρόθυμα μάτια του, έχουν αποκτηνωθεί. Η πεφωτισμένη φαλάκρα του, έχει θαμπώσει από κάτι κρύες στάλες ιδρώτα. Τα αυλάκια στο μέτωπο του δε φανερώνουν περίσκεψη, αλλά οργώνονται από μια άλλου είδους ‘προσπάθεια’, που ούτε να τη σκέφτομαι, ούτε να τη νιώθω, θέλω.
Φοβάμαι! Ο λύκος είναι εδώ. Η Κοκκινοσκουφίτσα είμαι εγώ.
-Δάσκαλε γιατί έχεις τόσο παγερό βλέμμα;
-Είναι για να σε απομακρύνω καλύτερα!
-Δάσκαλε γιατί έχεις τόσο ανασηκωμένο το φρύδι;
-Είναι για να ξέρεις ποιος έχει το πάνω χέρι!
-Δάσκαλε γιατί έχεις τόσο μικρά αυτιά;
-Είναι για να αποθαρρύνουν τις άβολες ερωτήσεις σου, μικρή φλύαρη!
-Δάσκαλε…
-Σκάσε! Ότι πρέπει να μάθεις, το σημείωσα στον πίνακα. Άλλο δεν έχει!»

* * *


Ζέστη ή Το πώς ξεκίνησε το κακό

«Μια Γεναριάτικη μέρα, ο χειμώνας είπε ψέματα πως είναι καλοκαιράκι. Φόρεσε στον ήλιο κάτι ξανθά εξτένσιονς, έβγαλε στη μόστρα ένα γαλάζιο ουρανό και γλύκανε την ανάσα του με ένα μυρωδάτο αεράκι. Ανέβασε το θερμοστάτη και η φύση μπερδεμένη και παραζαλισμένη απ’ τη ζέστη, έβαλε τα χειμωνιάτικα στο πατάρι. Οι άνθρωποι, νοερά, κινούσαν ξανά για διακοπές, προτού καλά καλά χάσουν το μαύρισμα που τους είχε φιλοδωρήσει ο Αύγουστος.

Οι φοιτητές εκείνη τη μέρα ξύπνησαν αργά. Λουσμένοι στον ιδρώτα, με τα παπλώματα τους κουβαριασμένα στο πάτωμα, με το μυαλό λιωμένο σα βούτυρο, προσπαθούσαν να καταλάβουν τι δεν πήγαινε καλά. Γιατί οπωσδήποτε κάτι παράξενο συνέβαινε, που έκανε τους δείκτες των ρολογιών να δείχνουν περασμένο μεσημέρι και τις μικρές τους γκαρσονιέρες, να καίνε σαν φούρνοι της κολάσεως. Το παραζαλισμένο ξύπνημα το διαδέχτηκε ένα αγχωτικό, κρύο ρίγος (ανακουφιστικό κατά τα άλλα). Η ώρα είχε περάσει και αυτοί δε βρίσκονταν στο Πανεπιστήμιο. Πανικός! Το Πανεπιστήμιο πως θα λειτουργούσε χωρίς τους δουλευτάδες του; Οι επαγγελματίες, από ποια δεξαμενή θα αντλούσαν ιδέες και πάθος; Η Επιστήμη και η Φιλοσοφία, ποιους θα είχαν τώρα να τις τρέφουν και να τις υπηρετούν; Πανικός! Ένα πρώιμο καλοκαίρι αναστρέφει τα δεδομένα και καταλύει την παγκόσμια τάξη, την Πανεπιστημιακή Τάξη. Ένα πρώιμο καλοκαίρι βγάζει τους φοιτητές απ’ το ρυθμό της σχολής και τους βάζει στο ρυθμό της σχόλης, βάζοντας λουκέτο στο πανεπιστημιακό άσυλο της γνώσης και τη δράσης, με το πιο δραματικό τρόπο: Με μια υπνωτιστική ζέστη, που παραπέμπει στο φασισμό του Νταχάου.

Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς φοιτητές; Μέσα στη πυροστιά της κίτρινης μέρας, τα φοιτητάκια προσπαθούσαν μεθυσμένα, με σλόου μόσιον χορευτικές κινήσεις, να βάλουν τα ρούχα τους. Τα πουκάμισα μπήκαν ανάποδα και αμέσως βγήκαν, για να αντικατασταθούν από τσαλακωμένα κοντομάνικα μπλουζάκια. Τα τζιν δεν έλεγαν να ανέβουν και μπουρδούκλωναν στα μπατζάκια τους τα ασήκωτα πόδια των φοιτητών, που τελικά αποφάσισαν ότι τα σορτς ήταν περισσότερο κατάλληλα για τις συνθήκες που επικρατούσαν. Από την υπερπροσπάθεια που κατέβαλαν για να ντυθούν, οι φοιτητές κύλησαν κατάχαμα, λαχανιασμένοι και αποκαμωμένοι, με τα γυμνά τους μέλη, μάταια να προσπαθούν να ανιχνεύσουν λίγη δροσιά. Τα πλακάκια που συνήθως τέτοια εποχή ήταν παγωμένα, είχαν γεμίσει ρωγμές, σαν ξεροψημένη γη. Η όλη κατάσταση φαινόταν σαν μια κακόγουστη φάρσα, που έθετε σε δοκιμασία τη δύναμη της σκέψης των γλαρωμένων φοιτητών.

Η ανάμνηση του Πανεπιστημίου (και αυτό ήταν το πιο φρικιαστικό), δεν τους συγκινούσε πια. Το μόνο που επιθυμούσαν ήταν να κοιμηθούν…να κλείσουν τα μάτια τους ερμητικά και να παραδοθούν στον ακάματο και αξόδευτο κόσμο των ονείρων. Ίσως πάλι, να ήταν ακόμα καλύτερο να μη δουν καν όνειρα. Ναι! Ακόμα και η εναλλαγή εικόνων, θα ήταν πολύ κοπιαστική για το θολωμένο τους μυαλό. Ακόμη καλύτερα λοιπόν, να πέσουν ευθείς σε ένα μαύρο, βελούδινο ‘Τίποτα’ και κει να αρμενίζουν χωρίς να αισθάνονται, χωρίς να ελπίζουν, χωρίς να σκέφτονται… Χωρίς να σκέφτονται; Πάνω εκεί, μισάνοιξαν τα μάτια τους με φρίκη, αφού από κεκτημένη ταχύτητα, η αγάπη τους για το Πανεπιστήμιο ως πηγή γνώσης, κρίσης και αμφισβήτησης, υπερίσχυσε.

Βάλθηκαν να σκέφτονται χωρίς να θέλουν: «Ποιος θα είχε συμφέρον από τη σημερινή μας απουσία από τη Πανεπιστημιακή Πολιτεία;», «Τι θα γινόταν σήμερα στη σχολή;», «Είχε προγραμματιστεί άραγε καμιά διατμηματική εκδήλωση, σύσκεψη ή παρουσίαση;»…Το ήξεραν πως κάτι σημαντικό είχε ματαιωθεί, μα δεν μπορούσαν να θυμηθούν ποιο ήταν αυτό το κάτι. Ευτυχώς, τους έσωσε η πρωτινή τους επιμέλεια και ο σχολαστικός προγραμματισμός. Στις ατζέντες τους, το μελάνι πότιζε την εξής υπενθύμιση: «9 Ιανουαρίου 2007: ΔΙΑΤΜΗΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Ε.Η.) , ΣΤΗ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΜΟΛΥΝΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ + ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΤΡΟΠΟ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ Α.Π.Ε. + ΠΩΣ ΑΥΤΕΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΟΥΝ ΠΙΛΟΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ».

Σαμποτάζ! Η Ε.Η. σαμποτάρισε την παρουσίαση της έρευνας. Η διοίκηση της εταιρίας, καλά πληροφορημένη από τους ιντερνετικούς χαφιέδες που είχε βάλει να παρακολουθούν τα ερευνητικά προγράμματα του Πανεπιστημίου, αποφάσισε και διέταξε το σαμποτάρισμα της απειλητικής έρευνας. Άλλωστε η διοίκηση ξέρει, ότι μ’ αυτά τα πράγματα δεν παίζουν, όσοι πάνε κόντρα στα συμφέροντα της μαμάς εταιρίας, πρέπει να εξουδετερώνονται άμεσα. Αυτό δα έλειπε στις ‘Κεφαλές’, να μπει και το Πανεπιστήμιο στην παραγωγή ενέργειας. Κάτι τέτοιο δεν το θέλουν ούτε οι θεοί των πολυεθνικών και του πετρελαίου, που εξευμενίζονται απ’ τη τσίκνα που εκπέμπουν οι ψηλές τσιμινιέρες ιερών εργοστασίων.

Συναγερμός στο σύστημα! Η παραγωγή ενέργειας από το Πανεπιστήμιο θα προκαλούσε πλήθος αλυσιδωτών αντιδράσεων, που οι κεφαλαιοκράτες μόνο στους πιο φρικιαστικούς εφιάλτες τους θα μπορούσαν να δουν.
Να ποια θα πρέπει να ήταν η ακολουθία σκέψεων, των Πατρόνων της οικονομίας:
«Τα άθλια εργατοφοιτητάκια, θα ξεκινήσουν με μελέτες πάνω στις Ανανεώσιμες
(-Ανεκμετάλλευτες) Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Το ‘πανηγύρι’ θα συνεχιστεί με πραγματείες επί πραγματειών για το πώς και σε ποιες περιοχές, οι ΑΠΕ είναι αποδοτικότερες. Θα ακολουθήσουν σχεδιασμοί και προϋπολογισμοί έργων, διαβουλεύσεις με συνεταιριζόμενους ελεύθερους κατασκευαστές και όταν το όλο πλάνο δράσης θα είναι έτοιμο…Τότε βουρρρ! Θα πάρουν φόρα διεκδικώντας δυναμικά, λεφτά από Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης και από τα κρατικά ταμεία. Θα τα πάρουν, το δίχως άλλο! Γιατί τα καταραμένα φοιτητάκια όταν ξεσηκώνονται, με έτοιμα σχέδια δράσης και ακράδαντα επιχειρήματα, καταφέρνουν πάντα αυτό που θέλουν. Αφού υλοποιήσουν τα σχέδια τους παστρικά, τακτικά και με διαφάνεια, όπως πάντα, θα βαλθούν να τα εξελίξουν και να τα επεκτείνουν. Τούτη τη φορά όμως θα έχουν επιπλέον πόρους, από την πώληση της παραγόμενης ενέργειας (την οποία ασφαλώς θα πουλούν σε πολύ ανταγωνιστικές τιμές) και από την εξοικονόμηση των χρημάτων που παλιότερα πλήρωναν σε μας. Άρα θα έχουν μεγαλύτερη ανεξαρτησία και δύναμη επιβολής, ώστε να υλοποιούν οποιαδήποτε Ιδέα τους κάνει κέφι. Τελικά υπάρχει κίνδυνος το ολοένα επεκτεινόμενο αλισβερίσι τους με την Κοινωνία, να εξυγιάνει σε τέτοιο βαθμό τους θεσμούς και τη κοινωνική αντίληψη, που να εκλείψουν οι βάρβαροι του δημοσίου… Μα που πάμε βρε Κουμπάρε!; Στο κάτω κάτω της γραφής τι θα γίνουμε χωρίς Βαρβάρους;».

Σαμποτάζ! Των πολυεθνικών, των πετρελαιάδων, των μεσαζόντων και των λοιπών διαπλεκόμενων δυνάμεων. Έτσι σκέφτηκαν οι φοιτητές, μέσα στη νάρκη τους. Έπειτα, με κόπο σύρθηκαν μέχρι τους τοίχους των δωματίων τους. Άρχισαν να τους ψηλαφούν, προσπαθώντας να δουν με ποιο τρόπο οι εχθροί, τους είχαν παγιδεύσει με θερμαντικές μηχανές. Πασπάτευαν έτσι τους τοίχους ώρα πολλή, παρουσιάζοντας ένα αλλόκοτο θέαμα από ταλαντευόμενες, υπνοβατικές φιγούρες, κολλημένες στους τοίχους. Ώρα με την ώρα, πολλοί φοιτητές ξεχνούσαν, τι ήθελαν να κάνουν ή τι έψαχναν να βρουν και καταντούσαν σκιές του εαυτού τους, που αφού χαριεντίζονταν για κάμποσο ακόμα με τους τοίχους, σωριάζονταν βαριά στο πάτωμα. Λίγοι ήταν αυτοί που έφταναν μέχρι την εξώπορτα και με λαχτάρα γράπωναν το καυτό πόμολο. Αλλά μόλις το γύριζαν, ένα κίτρινο κύμα τους παραμόνευε έξω απ’ το ασανσέρ και τους σώριαζε κάτω.

Και ο μήνας είχε εννιά… εκείνη τη μέρα στη Πάτρα. Με τους φοιτητές αποβλακωμένους και αναίσθητους, κόντρα στους τοίχους ή χύμα στους διαδρόμους. Με τους πολίτες επίσης αποβλακωμένους, να ονειροπολούν την επόμενη εξόρμηση στα τρέντι θέρετρα, στις καφετέριες και στα τηλεοπτικά γήπεδα. Το γλυκό, χαρωπό καλοκαιράκι, στη καρδιά του χειμώνα είχε αποδιοργανώσει τους πάντες και τους έκανε να πασαλείβονται προκαταβολικά με αντηλιακά, μόνο και μόνο για να αγναντέψουν την παραλία από ένα φεϊγβολάν, ταμπουρωμένοι στο μετερίζι του γραφείου τους. Έτσι γλυκονανουρισμένοι όλοι, παραδομένοι σε μακάρια χαύνωση, αδιαφορούσαν για όλους και για όλα, την ώρα που οι Κεφαλές της Ε.Η., έτριβαν τα χέρια τους. Η επιχείρηση απορύθμισης των φοιτητών και των πολιτών είχε πετύχει. Μπλεγμένοι στα δίχτυα της ηλεκτρικής θαλπωρής, διεκπεραίωναν μια υποχρεωτική, αλγοριθμημένη, κατ’ επίφαση εργασία, χωρίς τα κίνητρα του πάθους και τη δημιουργικότητα της φαντασίας.

Στο απόσωμα της μέρας. Καθώς οι πολίτες επέστρεφαν στα σπίτια τους, έβλεπαν τα κορμιά των φοιτητών που ακόμα κείτονταν στους εξωτερικούς διαδρόμους. Δεν τους έκαναν όμως καμία εντύπωση. Παρέκαμπταν λοιπόν τα ‘χαμένα’ κορμιά ή τα πηδούσαν και ως ένδειξη μέγιστης αδιαφορίας, κάποιοι σκόνταφταν πάνω τους και συνέχιζαν την πορεία τους χωρίς να νοιαστούν για το ‘αντικείμενο’ στο οποίο είχαν σκοντάψει (ήταν άραγε το πόδι, το στομάχι ή ίσως το κεφάλι, του δύστυχου ‘πτώματος’;). Ορισμένοι περίεργοι γείτονες, βλέποντας τις μισάνοιχτες πόρτες που είχαν αφήσει πίσω τους οι σωριασμένοι, έμπαιναν μέσα στα μικρά διαμερίσματα και έκοβαν βόλτες σαν νοικοκυραίοι, επιθεωρώντας το περιεχόμενο των ντουλαπιών, της ντι-βι-ντοθήκης και του ψυγείου. Αν κάποιο μπουφάν ή ντι-βι-ντι τους έκανε εντύπωση, το «ψώνιζαν» ανενδοίαστα, αν θυμούνταν ότι ξέχασαν να αγοράσουν γάλα, έπαιρναν το γάλα του υπήρχε στο φοιτητικό ψυγείο (αυτή η τελευταία κλεψιά δεν ήταν και τόσο επιλήψιμη, μια και το γάλα είτε είχε λήξει από κάμποσες μέρες, είτε είχε ξινίσει κατά τη διάρκεια εκείνης της μέρας, από την απότομη άνοδο της θερμοκρασίας).

Εντωμεταξύ, η θερμοκρασία είχε αρχίσει να πέφτει, καθώς πλάκωνε μια νύχτα με παγερά, υγρά δάχτυλα. Αυτά τα δάχτυλα τρύπωσαν στο σβέρκο των φοιτητών και τους ανασήκωσαν τα κεφάλια. Τα κεφάλια, με έκπληκτα μάτια βολιδοσκοπούσαν το χώρο και προσπαθούσαν να στείλουν τις κατάλληλες εντολές στα πιασμένα άκρα, ενεργοποιώντας τα. Μόλις κατάφερναν να σταθούν όρθιοι, σκουντουφλώντας, επέστρεφαν στα διαμερίσματα τους. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που απορημένα, στάθηκαν μπροστά στη θέα, ενός γείτονα μπουκωμένου με τα δικά τους μακαρόνια, μέσα στο δικό τους πιάτο, περιχυμένα με τη δική τους σάλτσα, να κάθεται στο δικό τους καναπέ και να παρακολουθεί με περίσσια αφοσίωση μια σαπουνόπερα στη δική τους τηλεοπτική συσκευή.

-«Συγνώμη κύριε Τράκα … Νιώθω λίγο αποπροσανατολισμένος. Μπορείτε να μου πείτε αν βρίσκομαι στο δικό μου διαμέρισμα;», ρώτησε δειλά ο αναστημένος φοιτητής. Αλλά απάντηση δεν πήρε απ’ τον αυτόκλητο επισκέπτη, που δεν ξεκολλούσε τα μάτια του απ’ τη τηλεόραση. Μαζεύοντας όλο το φοιτητικό του θάρρος και θράσος, στάθηκε ανάμεσα στον γείτονα και τη μοιραία γκόμενα που δάκρυζε και αγκάλιαζε γλυκανάλατα τον μοιραίο γκόμενο. Ο γείτονας έμεινε για λίγο χάσκοντας μπροστά στον όγκο που ευθυνόταν για την έκλειψη της σαπουνοπερικής κατάστασης. Έπειτα, ανασηκώνοντας σιγά σιγά το βλέμμα κοίταξε ηλίθια τον φοιτητή, ενώ ένα μισοφαγωμένο μακαρόνι κρεμόταν απ’ την άκρη των μισάνοιχτων χειλιών του. Το μακαρόνι έπεσε, φυσώντας τον αέρα μιας πιο γοργής κίνησης στο αργόστροφο φιλμ. Παίρνοντας παράδειγμα απ’ το μακαρόνι, ο εκνευρισμένος πολίτης που έχανε το καλύτερο πλάνο πρωταγωνίστριας – πρωταγωνιστή, άρχισε να κουνάει πέρα δώθε το χέρι του λες και έδιωχνε μια ενοχλητική μύγα.

Ο φοιτητής παραμέρισε, φοβούμενος την εκτόξευση του πιάτου με τα απομεινάρια των μακαρονιών και πήγε στην ντουλάπα να πάρει το μπουφάν του. Όμως το μπουφάν είχε γίνει άφαντο και ανάμεσα στα υπόλοιπα ρούχα κρέμονταν κάμποσες ακόμα γυμνές κρεμάστρες. Ο φοιτητής ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι, μαζί με την ανάμνηση της εφιαλτικής μέρας . Το επικίνδυνο κοκτέιλ ξεχείλισε το ποτήρι και με μεγάλα βήματα πήγε και ξαναστάθηκε μπροστά στον τηλεοπτικά αφοσιωμένο πολίτη, ουρλιάζοντας επιτακτικά:
-«Πού πήγαν τα ρούχα μου; Εεε;! Σε ρωτώ παλιομινάρα! Πού εξαφανίστηκαν τα ρούχα απ’ τη ντουλάπα μου;».
Φοιτητής και πολίτης κοιτάζονταν αγριεμένα, ο ένας όρθιος, περιτριγυρισμένος από την άγια λάμψη που εξέπεμπε πίσω του η τηλεόραση και ο άλλος, καθιστό βαμπίρ, με τα υπολείμματα της κόκκινης σάλτσας γύρω απ’ το κακοφανισμένο του μουσούδι. Εκεί που κοιτάζονταν, άφωνοι από λύσσα, ο φοιτητής παρατήρησε ότι ο γείτονας φορούσε το μπουφάν που γύρευε. Τότε έπεσε πάνω του και άρχισε να τον τραντάζει.
-«Βγάλε αμέσως το μπουφάν μου παλιοκλεφταρά!», ξελαρυγγιαζόταν.
-«Καλά, καλά, πάρε το γαμημένο σου μπουφάν.», γρύλισε ο άλλος και με τσαντισμένες κινήσεις πέταξε το μπουφάν από πάνω του.
Ο φοιτητής το άρπαξε στο αέρα και το φόρεσε. Μετά, αρκετά αναζωογονημένος απ’ τη σύγκρουση, μα νιώθοντας έντονη επιθυμία για πιοτό, βγήκε φουριόζικα απ’ τη γκαρσονιέρα, το ασανσέρ, την πολυκατοικία, το τετράγωνο και κατευθύνθηκε σ’ ένα σκοτεινό ροκ μπαράκι για να καταλαγιάσει το τρελό σβούρισμα του ανεμοδείκτη, της τρομαγμένης του ψυχής.



Αποκλεισμένοι στα μπαρ

«Εκείνη τη νύχτα όλοι οι φοιτητές, κόντρα στη συνήθεια (δηλαδή παρόλο που δεν ήταν σαββατόβραδο), την έβγαλαν στα μπαρ, πίνοντας τεκίλα ή εναλλακτικά, ούζο ‘Πλουμαρέλι’ . Κατά τα ξημερώματα της Τετάρτης, δεκάτης του ζεστού μήνα Ιανουαρίου, άρχισαν τα μάτια να γλαρώνουν και οι γλώσσες να μπερδεύονται, στο παραμιλητό των κοιμισμένων. Παραμιλούσαν τα μεθυσμένα τους όνειρα, που η τεκίλα τα έκανε βαριά και αγχωτικά, ενώ το ούζο τα έκανε να μυρίζουν κάτι από ψημένο χταπόδι στα κάρβουνα. Εκεί που κάποιος από τους νεόκοπους καταλυματίες των μπαρ κοιμόταν, ξαφνικά πετιόταν πάνω, με δυο χοντρές στάλες ιδρώτα να ποζάρουν στους κροτάφους του και με σφυριχτή ανάσα, ψέλλιζε προγράμματα ενάντια στη μόλυνση του περιβάλλοντος. Όμως η τεκίλα παράστεκε στο πλευρό του και με ένα χοντρό σφυρί - ΝΤΑΝΓΚ!!! - τον ξανάστρωνε στη βολική επιφάνια του μπαρ.

Έτσι, όταν τα κοκόρια των πατρινών προαστίων λαλήσανε, κανείς δεν τα πήρε χαμπάρι και το ξύπνημα παραωρίμασε, με τα βλέφαρα των φοιτητών να τραβάνε ρολά τ’ απομεσήμερο. Εντωμεταξύ έξω απ’ τα φιμέ τζάμια των μπαρ, τα τζιτζίκια που τα είχε προγκίξει η ζέστη της προηγούμενης μέρας, σαμάτευαν, τρίβοντας τα κρόταλα των κοιλιών τους. Η οποία ζέστη, ακάθεκτα συνέχιζε να ρουφά την ενέργεια από τα λασκαρισμένα νεύρα των ζώντων.

Τις δύσκολες αυτές ώρες, το ξύπνημα των φοιτητών υπήρξε ακόμα πιο δύσκολο, με αρχή ιδιαίτερα επώδυνη. Η έξοδος απ’ την αγκάλη του Μορφέα, συνοδεύτηκε από απόλυα της υπνοβατικής ισορροπίας και όλοι βρέθηκαν να βογκάνε, αγκαλιά με τρίποδα σκαμπό, στο πάτωμα. Ευτυχώς που τα δάπεδα των μπαρ ήταν αμελώς επιμελημένα, με μια παχιά στρώση αποτσίγαρων, που κάπως μετρίασε τον πόνο. Μια και είδαν όμως όλοι πως κανείς δεν βρισκόταν εκεί γύρω για να τους λυπηθεί, άφησαν κατά μέρος τα βογκητά και ξαναστήθηκαν στα πόδια τους, χρησιμοποιώντας τα τρίποδα σκαμπό σαν πατερίτσες. Μετά, νιώθοντας τον οργανισμό τους αφυδατωμένο, μην έχοντας την υπομονή να ψάξουν για καμιά βρύση με νερωμένο χλώριο, βάλθηκαν να αδειάζουν στα λαρύγγια τους τα υγρά απομεινάρια των ποτηριών τους. Αυτό όχι μόνο επέτεινε την δίψα τους, αλλά παραμεγάλωσε τον πονοκέφαλο και προκάλεσε ναυτία, στους παρθένους από κραιπάλες οργανισμούς των φοιτητών. Έξω απ’ τη μια και μοναδική τουαλέτα του κάθε μπαρ, σχηματίστηκαν ουρές, σα να επρόκειτο για καταυλισμό θυμάτων χημικού πολέμου, που περίμεναν ανυπόμονα να ανακουφιστούν απ’ τα περισσευούμενα σωματικά υγρά. Οι μπάρμαν και οι μπαργούμαν, αναγκαστικά, εκτελούσαν χρέη αδελφών του ελέους. Έβγαζαν νάιλον παγοκύστες από τους επαγγελματικούς καταψύκτες και τις απόθεταν ευλαβικά στα τυραννισμένα μέτωπα, κερνούσαν σφήνακια καφέ με αλάτι, έκαναν εντριβές με οξειδωμένα κρασιά στα μηνίγγια των μισολιπόθυμων, έδιναν στους αποκαμωμένους απ’ τη ναυτία να μασουλίσουν φέτες λεμονιού και έπαιζαν το ρόλο ψυχολόγων στους άσωτους, που ένιωθαν τις τύψεις της αργίας να παχνίζουν τα μάτια τους. Όλες αυτές οι περιποιήσεις και τα νταντέματα έφεραν το παγερό βραδάκι.

Κανείς δεν είχε τη δύναμη να θυμηθεί κατά που πέφτει το σπίτι του, πόσο μάλλον να αντιμετωπίσει μια πεζοπορία χωρίς πυξίδα και χάρτη, μέσα σ’ αυτό το ερημικό ψύχος, μιας πόλης-φάντασμα, με τους πολίτες αιχμάλωτους της τηλεόρασης και τους φοιτητές αποκλεισμένους στα μπαρ. Έτσι λοιπόν, αφού οι φτωχοί, αποσταμένοι μπαρτέντερς σφούγγισαν πρόχειρα το πάτωμα, έστρωσαν κάτι μπαλωμένες κουρελούδες όπου ξάπλωσαν ριγώντας οι φοιτητές. Από το κρύο και την ανάγκη να παρηγορηθούν από κάποιον ομοιοπαθή, ‘σφιγγόταν ο ένας πλάι στον άλλο’ και αναρωτιόντουσαν παραιτημένα τι είχε φταίξει και άρχισε αυτός ο εφιάλτης. Ποιος δαίμονας, ποιο κακό ριζικό, ποια στραβοτιμονιά, τους είχε ρίξει σ’ αυτό το σκοτεινό λούκι. Ένας ένας όμως, έπαυαν τις ερωτήσεις νιώθοντας το μάταιο της ώρας και απόμεναν να κοιτούν τα χρωματιστά σποτ που έπαιζαν περίεργα παιχνίδια με τα φωσφοριζέ λικέρ στα ράφια. ‘Έτσι βουβοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα’... γύρισαν απ’ τ’ άλλο πλευρό...»

* * *

-«..βουβοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα.»
-«Πιάσε το πακέτο με τα τσιγάρα, κοριτσάκι μου. Άντε μπράβο, εκεί δίπλα στο κομοδίνο είναι... Τα σπίρτα;... που χάθηκαν τα σπίρτα γαμώ τη μου;»
Τα έχω σουφρώσει εγώ. Τσαφφφφ! Ανάβω ένα σπίρτο. Κοιτάζοντας τη φλόγα του απαγγέλλω ολοκάθαρα και με πάθος:
-«Τι φταίει; Φταίει το κακό το ριζικό μας; Φταίει ο θεός που μας μισεί; Φταίει το κεφάλι το κακό μας; Φταίει πρώτα απ’ όλα το κρασί!...»
Φςςςςς! Σβήνει η φλόγα. Συνεχίζω την απαγγελία πιο στριγγλιάρικα και υστερικά:
-«Τι φταίει; Κανείς δε το ‘βρε, δε το ‘πε ακόμα...»
Τσαφφφφ! Σέρνω με την ηδονή πυρομανούς, ακόμη ένα σπίρτο, στα πλαϊνά του κουτιού του. Φέρνω τη φλόγα πιο κοντά στα μάτια μου και χαμογελώντας επαναλαμβάνω σε χαμηλότερο τόνο:
-« ..βουβοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα!»
Το χέρι μου υπακούοντας στη δύναμη ενός άλλο χεριού, παίρνει τη φλόγα απ’ το πρόσωπο μου και ευθείς μου χτυπάει τη μύτη μπόχα τσιγάρου.
-«Τι τον θες τον Βάρναλη βραδιάτικα; Ο Βάρναλης πάει... πέρασε η μπογιά του. Τώρα, σε σας τα κοριτσάκια, πρέπει να αρέσουν άλλα τραγουδάκια. Να μου τραγουδήσεις το ‘Γλύκα γλύκα’, μάλιστα! Και να το χορέψεις, μάλιστα! Να κάνουμε κέφι. Πού είναι; Δεν έχεις το σι-ντι που σου ‘δωσα;»
-«Τσου...», νεύω αρνητικά με το κεφάλι και ετοιμάζομαι να βγάλω άλλο ένα απ’ τα κλεμμένα σπίρτα. Δεν προλαβαίνω. Τ’ αρπάζει απ’ τα χέρια μου.
-«Γαμώτο, μανία μ’ αυτά τα σπίρτα! Μερικές φορές γίνεσαι πολύ παράξενη και βαριά. Απαγγελίες και σπίρτα... Έλα, τράβα καμιά τζούρα να ξεδώσεις.»
Μου προτείνει διαδοχικά το τσιγάρο και μετά ένα μπουκάλι με ουίσκι. Χα! Με τίποτα «σοφέ μου διδάσκαλε».
-«Έλα τώρα. Μη μου μουτρώνεις καπριτσιόζα! Θες να μιλήσουμε για τον Βάρναλη; Να μιλήσουμε για τον Βάρναλη. Τι να σου πω; Δε ξέρω και πολλά... Δε θυμάμαι και πολλά. Έχουν περάσει πολλά φεγγάρια από τότε που μιλούσε στη ψυχή μου. Τώρα οι στίχοι του είναι κενοί ή μπορεί κι ο χώρος που κατοικούσε κάποτε η ψυχή μου, να είναι κενός. Δε θέλω να μιλήσω για τον Βάρναλη. Με μελαγχολεί, ο κερατάς, δε μου δίνει κανένα κίνητρο. Κατάλαβες γλύκα γλύκα; Τώρα μ’ αρέσουν οι φοιτητριούλες μου, που εκπορνεύονται. Τώρα μ’ αρέσεις εσύ, που δε ξέρεις που παν τα τέσσερα, που έχεις χάσει το μπούσουλα, που έχεις ανακατέψει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και δεν ξέρεις ποιο να πρωτοζήσεις και γιατί να το ζήσεις. Ναι, τώρα μ’ αρέσεις εσύ... έτσι... αυτοκαταστροφική, από λύσσα, που δεν έκανες την επανάσταση σου. Χα! Αυτοκαταστρέφεσαι πολύ επαναστατικά! Χα, χα, χα! Κατάλαβες μωρό μου; Έλα τώρα δώσε μου ένα φιλάκι! Πολλά είπα και πικράθηκε το στόμα μου. Δώσ’ μου ένα φιλάκι να το γλυκάνεις!»

Πλησιάζουν δυο στενά, στεγνά χείλια, που ζέχνουν τσιγαρίλα και πιοτό. Τι τα θες τώρα τα φιλιά ρε μαλάκα; Να πάρει! Μου ‘ρχεται να ξεράσω... Αρπάζω το μπουκάλι και απολυμαίνω μάνι μάνι το στόμα μου με οινόπνευμα.
-«Χα, χα, χα! ‘...κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι...’ Χα, χα, χα! Κατάλαβες κούκλα μου;».
Κατάλαβα. Έχω καταλάβει προ πολλού. Θέλω να ξεράσω. Γέρνω το κεφάλι μου στο πλάι. Άσε! Μια άλλη φορά... μαζεμένα... στο μέλλον.»

* * *

«Την τρίτη μέρα, κατά τας γραφάς, οι φοιτητές ξύπνησαν, σχετικά με την προηγουμένη, νωρίς. Δέκα και μισή τόξωσαν προς τα πίσω τις μέσες τους που είχαν πιαστεί, επειδή τα κιλίμια δεν ήταν και πολύ αναπαυτικά. Αφού μπήκαν στη σειρά για την πρωινή τους τουαλέτα, βγήκαν ελάχιστα αναζωογονημένοι, αν και το χλιαρό νερό που έσταζε στ’ αυλάκι του σβέρκου τους, προσπαθούσε φιλότιμα να τους τονώσει. Οι μπαρτέντερς είχαν σερβίρει για κολατσιό, αρμυρά κρακεράκια, κομπόστα ροδάκινο και χυμό ανανά, αλλά παρ’ όλη τη καλή τους διάθεση να ευχαριστήσουν την φιλοξενούσα πελατεία, στολίζοντας ιδιότροπα τον μπουφέ, κανενός η όρεξη δεν άνοιξε ιδιαίτερα. Μάλιστα μετά από λίγο, εκεί που κάποιοι τσιμπολογούσαν ξανόρεχτα, μόνο και μόνο για να παρατείνουν το χρόνο αναχώρησης, κατέφθασαν οι μύγες, που μυρίστηκαν ακάλυπτα σιρόπια. Η ενοχλητική αυτή άφιξη, έκανε τους φοιτητές να βιάσουν το φευγιό τους.».»


Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων

«Έτσι, παρόλη την αβεβαιότητα και το φόβο για το τι θα αντικρίσουν βγαίνοντας στο κόσμο και παρόλη τη δυσφορία για την απολυταρχία της ζέστης, οι φοιτητές ξεμύτισαν ένας ένας. Στην αρχή μάλιστα ένιωσαν ένα ευχάριστο συναίσθημα φρεσκάδας, μια και ο αέρας μέσα στα μπαρ είχε μπαγιατέψει. Άλλα μετά κατάλαβαν ότι η δικτατορία της ζέστης θα τους έκανε να φτύσουν αίμα. Είδαν ότι η απαίσια αυτή ζέστη δεν προερχόταν από τίποτα θερμαντικές συσκευές, για χάρη των οποίων είχαν τρελαθεί να ψαχουλεύουν τους τοίχους, αλλά προερχόταν από κάποια πιο σοβαρή και μεγαλύτερης εμβέλειας κομπίνα της Ε.Η., προκειμένου να αποβλακωθούν οι φοιτητές και να μην έχουν πλέον όρεξη για μελέτες, αμφισβητήσεις και προγράμματα. (Πράγματι, μετά από λίγες μέρες διαδόθηκε, ότι η Εταιρεία Ηλεκτρισμού, με ειδικές ρυθμίσεις στην ποσότητα και την ποιότητα εκπομπής ρύπων, σε μια ιδιαιτέρως ευαίσθητη περιοχή, κατάφερε να μεταβάλει το κλίμα απ’ τη μια μέρα στην άλλη, έτσι ώστε να εξυπηρετήσει τα ποταπά της συμφέροντα. Είχε μάλιστα φτάσει σε τέτοιο σημείο αποθράσυνσης και ασυνειδησίας, που δεν δίστασε χρησιμοποιώντας κατάλληλη παράνομη τεχνολογία, να εκτρέψει μεγάλο μέρος της κοσμικής, υπεριώδους ακτινοβολίας, σε περιοχές όπου σπούδαζαν και δραστηριοποιούνταν φοιτητές.).

Οι παρέες των φοιτητών διάβαιναν τους δρόμους της Πάτρας με βήμα νωχελικό. Η ζέστη τους δημιουργούσε την ψευδαίσθηση, ότι βρίσκονται σε καλοκαιρινές διακοπές και έτσι κοίταζαν τριγύρω με μάτι τουριστικό. Και πράγματι, αυτή η πόλη (λίγο έξω απ’ την οποία εδραζόταν η Πανεπιστημιακή Πολιτεία), που την ένιωθαν σαν σιαμαία αδερφή, είχε μεταβληθεί σ’ ένα ξένο σώμα. Εκεί που η πόλη ανέπνεε επειδή το Πανεπιστήμιο ανέπνεε, εκεί που τα μέλη της ήταν ζωντανά και δραστήρια επειδή η Πανεπιστημιακή καρδιά λειτουργούσε, ξαφνικά ήταν σα να διαχωρίστηκαν βίαια αυτοί οι δύο οργανισμοί και η πόλη να κρεμάστηκε βαμπιρικά στο ‘λαιμό’ της Πανεπιστημιακής Πολιτείας. Τώρα η Πάτρα δεν επιζητούσε τη συνεργασία του Πανεπιστημίου για να κινηθεί και να προοδεύσει, αλλά απλώς ρουφούσε το ευρωαίμα των φοιτητών, σαν μια άνευρη, άκαρδη και ανεγκέφαλη μάζα, που το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η ενστικτώδικη συντήρηση της.

Αυτή τη μοιραία αλλαγή την μύριζαν οι φοιτητές στον αέρα και οι καρδιές τους χτυπούσαν δυνατά απ’ τη ταραχή. Παλιότερα οι πολίτες της πολυαγαπημένης τους ‘ομογάλακτης’, τους πλησίαζαν χαμογελαστά στο δρόμο, τους χαιρετούσαν δια χειραψίας και τους ρωτούσαν για τις εξελίξεις στα ερευνητικά προγράμματα που τους αφορούσαν, για το ποιες ήταν οι δυσκολίες, για το ποιοι είχαν συμφέρον να βάλουν φραγμούς στις προσπάθειες και με ποιο τρόπο σκέφτονταν να τους αντιμετωπίσουν. Δεν ήταν λίγοι οι πολίτες, που κατά τη διάρκεια αυτών των συζητήσεων του δρόμου, μιλούσαν για τις δικές τους προτάσεις και αν προξενούσαν το ενδιαφέρον των φοιτητών, κλείνονταν ραντεβού για να δοθεί η ευκαιρία στον πολίτη να τις αναπτύξει εκτενέστερα. Στους δρόμους της πόλης υπήρχε μια συνεχής ροή πληροφοριών, γνωμών, διαθέσεων. Υπήρχαν πηγαδάκια αλληλεπίδρασης φοιτητών – πολιτών, απ’ όπου ακούγονταν φωνές έντονων συζητήσεων, ρητορικών αγορεύσεων, φιλικά, αισιόδοξα γέλια και πολλές φορές ακουγόταν και η φωνή μιας συλλογισμένης σιωπής, καθώς οι συζητητές λίπαιναν τις γλώσσες τους στο μυαλό, προτού αποφασίσουν να ξαναμιλήσουν.

Εκείνο το πρωινό όμως, μέσα σ’ αυτό τον αποπνιχτικό, κίτρινο αέρα, που κολλούσε σα μελάσα, οι λιγοστοί πολίτες που κινούνταν στα πεζοδρόμια, είχαν ένα ύφος απόλυτης αδιαφορίας και εγκατάλειψης. Με μάτια απλανή, βιάζονταν να φτάσουν στον προορισμό τους και στη θέα των φοιτητών, τα χαρακτηριστικά τους δε μεταβάλλονταν από κανένα μορφασμό αναγνώρισης, χαράς ή ενδιαφέροντος. Δεν ήταν οι πολίτες που γνώριζαν οι φοιτητές, ήταν βαριεστημένα ζόμπι, χωρίς καμιά ερώτηση, χωρίς καμιά πρόταση. Οι φοιτητές αν και βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση απενεργοποίησης, εντούτοις, λόγω κεκτημένης ταχύτητας σκέψης και ευαισθητοποίησης (που κάπως τσούλαγαν ακόμη, χάρης το εκρηκτικό της ηλικίας τους), διατηρούσαν μια ανάμνηση των περασμένων φιλικών και δημιουργικών σχέσεων και κύματα νοσταλγικής θλίψης χτυπούσαν τα μουράγια των στομαχιών τους. Τους ερχόταν η παρόρμηση, να αρπάξουν κάποιο διερχόμενο πολίτη, αν όχι επειδή είχαν κάτι ουσιαστικό να του πουν, τουλάχιστον επειδή ήθελαν τραντάζοντας τον, να του υποβάλουν τη μια και μοναδική απελπισμένη ερώτηση που τους είχε κολλήσει στο μυαλό: «ΤΙ φταίει γι’ αυτή τη βαλτωμένη κατάσταση; Ε;!»

Κι όμως ,δεν άρπαζαν κανένα πολίτη απ’ το γιακά, γιατί απλούστατα τα είχαν τόσο πολύ χαμένα, ακόμα και για να υλοποιήσουν μια απλή παρόρμηση. Οι μόνοι που τους χαμογελούσαν και τους καλημέριζαν εγκάρδια, ήταν οι έμποροι, που στέκονταν στα κατώφλια των μαγαζιών τους και βαρούσαν μύγες. Μόλις πήραν είδηση το λεφούσι των φοιτητών να ξεπροβάλει απ’ τα μπαρ, τσακίστηκαν να φορέσουν το πιο ελκυστικό τους χαμόγελο. Διαλαλούσαν την άριστη ποιότητα των εμπορευμάτων τους, τις ασύγκριτες τιμές, τις μεγάλες προσφορές, την τεράστια ποικιλία και υποκλίνονταν μπροστά στους υποψήφιους πελάτες. Μοίραζαν φεϊγβολάν, στα οποία ‘αναβόσβηνε’ η σημείωση των ‘ειδικών’ τιμών και ‘πακέτων’ για τους φοιτητές. Πολλοί έμποροι είχαν πιαστεί στα χέρια και άλλοι τραβολογούσαν τους φοιτητές προς διάφορες κατευθύνσεις. Αυτή η συμπεριφορά, δεν παράλλαζε από τη συμπεριφορά που επιφυλάσσουν οι ντόπιοι επιχειρηματίες στους ξένους, γκρουπαρισμένους τουρίστες, αποβλέποντας λιμασμένα στον παρά τους. Σε τέτοιους εφήμερους επισκέπτες είχαν μεταβληθεί και οι φοιτητές στα μάτια των εμπόρων.

Όσο για τις πλατείες οπού συνήθως γινόταν κάποια φοιτητική εκδήλωση, συζήτηση, ενημέρωση ή ακόμη και συναυλία από φοιτητικές μπάντες, εκείνο το πρωινό, είχαν μεταμορφωθεί σε γκρίζα, άδεια ξέφωτα στο κίτρινο της πόλης. Μόνο μια ομάδα περιστέρια τσιμπολογούσε μεζέδες, πιο πολύ από συνήθεια, παρά γιατί υπήρχε κάτι φαγώσιμο στην πραγματικότητα.

Κάτι άλλο που έκανε ζωηρή εντύπωση στους φοιτητές, αφού ήταν ξένο προς την εικόνα που είχαν για τους δρόμους της Πάτρας, ήταν ότι ενώ επικρατούσε σχεδόν ερημιά στα πεζοδρόμια, οι δρόμοι ήταν πήχτρα στα αυτοκίνητα, που κινούνταν με τη φοβερή ταχύτητα του ενός μέτρου ανά ώρα. Το όλο σκηνικό ήταν μια ζοφερή, μηχανικά βουερή, νεκρή φύση. Κι αυτό γιατί, οι πολίτες που επέβαιναν στ’ αυτοκίνητα, δεν φαίνονταν, κρυμμένοι καθώς ήταν από ερμητικά κλειστά, σκούρα τζάμια, που εμπόδιζαν τη δροσιά του ερ κοντίσιον να δραπετεύσει στο εξωτερικό και το λιωμένο μολύβι του γεναριάτικου ήλιου να εισβάλει στο εσωτερικό. Σε ορισμένες φάσεις έντονης ανυπομονησίας, όταν δηλαδή η ταχύτητα κίνησης των οχημάτων έπεφτε κάτω από το ένα μέτρο την ώρα, ξέσπαγε μια καταιγίδα, από διαπεραστικά κορναρίσματα και μαρσαρίσματα, ενώ πυκνά σύννεφα καυσαερίων στούμπωναν τον ορίζοντα. Αυτά τα ξεσπάσματα τρομοκρατούσαν τους φοιτητές και μετέτρεψαν το νωχελικό τους βήμα σε έναν αλαφιασμένο, γοργό βηματισμό. Καμιά φορά τους τρόμαζε και τους αποσυντόνιζε ακόμα χειρότερα, ένα άλλο φαινόμενο. Μηχανάκια καβαλούσαν τα πεζοδρόμια και ελίσσονταν ανάμεσα στους παραζαλισμένους πεζούς, στάθμευαν μπροστά τους, κόρναραν στους ‘κουφούς’ και έσπαζαν τις πεζοδρομιακές πλάκες. Όλος αυτός ο χαμός προγκούσε τα φοιτητικά κοπάδια, να βιάσουν κι άλλο το βήμα προς τις στάσεις των αστικών, που θα τους μετέφεραν στην Πανεπιστημιακή Πολιτεία. Εκεί, ήλπιζαν ότι θα ανακτούσαν τη χαμένη τους διαύγεια και θέληση. Αναθύβαζαν τα πανεπιστημιακά εδάφη, ως γενναιόδωρη γη, απ’ όπου θα αντλούσαν μαχητική δύναμη.»



Περιμένοντας στις αστικές στάσεις

«Οι στάσεις των αστικών λεωφορείων που ήταν πιο κοντά στα μπαρ, άρχισαν να γεμίζουν από τις πρώτες ομάδες φοιτητών. Πολλά μπουλούκια τις προσπερνούσαν, ψάχνοντας σαν λαγωνικά να βρουν τις οικείες στάσεις, διότι είχαν την ψυχολογία ανθρώπων που έχουν πάθη αμνησία και προσπαθούν να ανακτήσουν τις θύμησες τους, πασπατεύοντας κάθε γνώριμο πράγμα, τριγυρίζοντας σε κάθε περιοχή που τους ξυπνά εικόνες, αναμασώντας κάθε λέξη που τρέχει ανακυκλούμενη στο νου τους. Έτσι και οι φοιτητές, αν και είχαν μυαλό βαθιά νυχτωμένο, σάμπως να είχε εφοδιαστεί το ντι-εν-εϊ τους με μια ατομική πυξίδα, που τους επέστρεφε αυτόματα, στην προσωπική τους στάση.

Θα είχε γεμίσει και η πιο απομακρυσμένη στάση, από τους φοιτητές – χέλια, αλλά τα αστικά «Νο6 Πανεπιστήμιο – Νοσοκομείο» δεν είχαν φανεί ακόμη. Κάτι άρχισε να ψιθυρίζεται στα ‘πηγαδάκια’ των στάσεων. Άλλοι κάνανε λόγο για μια τετράωρη απεργία των λεωφορειατζίδων, που διαμαρτύρονταν για τις ασφυκτικές συνθήκες που επικρατούσαν στο εργασιακό τους περιβάλλον. Άλλοι λέγανε πως οι οδηγοί ακόμα χουζούρευαν στα κρεβάτια τους μπαϊλντισμένοι απ’ τη ζέστη. Και άλλοι πως γιόρταζαν τα γενέθλια ενός συναδέλφου τους, ρουφώντας φραπεδιές στον πεζόδρομο της Αγίου Νικολάου. Αυτοί οι τελευταίοι, γίνονταν πιο πιστευτοί και πολλοί εκ των φοιτητών προθυμοποιήθηκαν να συστήσουν μια αντιπροσωπία, που θα πήγαινε στις καφετέριες, με αίτημα να ξεκινήσουν τα δρομολόγια των «Νο6». Η προσφορά εκπροσώπων ήταν πολύ μεγάλη, όχι τόσο εξαιτίας της πρεμούρας που τους έπιασε να επιστρέψουν στη Πανεπιστημιακή Πολιτεία (άλλωστε κανείς δε θυμόταν καν με ποιες δραστηριότητες καταγίνονταν εκεί πέρα), ούτε εξαιτίας της ευχαρίστησης που θα τους προσέφερε η μικρή αυτή κινητοποίηση με την υποβολή του αιτήματος. Αλίμονο, το ισχυρό κίνητρο των προθυμοποιημένων, ήταν η ελπίδα, ότι θα τους δινόταν η ευκαιρία να απολαύσουν κι αυτοί, μια τεράστια, δροσιστική φραπεδιά ή έναν παγωμένο φρέντο, αναλόγως τις ορέξεις βρε αδερφέ!

Καθώς η ένταση των διαφωνιών, για το ποιος θα πήγαινε, μεγάλωνε. Καθώς το μεσημεράκι πλησίαζε. Καθώς όλα τα δέντρα ήταν κλαδεμένα, προσμένοντας την άνοιξη για να θεριέψουν, οπότε δεν υπήρχε ούτε ένα χλωρό κλαδί να σκιάσει τα πεζοδρόμια. Η ανάγκη για ένα παγωμένο ‘κάτι’ μεγάλωνε και ήταν θέμα αυτοσυντήρησης πλέον για κάποιους θερμοκέφαλους, να πάνε στις καφετέριες.
Όταν ένα είδος παλεύει για την αυτοσυντήρηση του, μπορεί οι ενέργειες του να αγγίξουν τα όρια της παράνοιας. Ένα τέτοιο κλίμα μεσαιωνικής παράνοιας επικράτησε στις λεωφορειακές στάσεις, με βάρβαρα σπρωξίδια, χυδαία βρισίδια, φανατισμένες κραυγές και υστερικά κλάματα. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, οι παρακείμενοι κάδοι απορριμμάτων και ορισμένοι ξεροί κορμοί δέντρων, παραδόθηκαν στις φλόγες μυστηριωδώς. - Αργότερα είπαν πως τις φωτιές τις έβαλαν κάτι σκοτεινοί τύποι με κουκούλες, που βγήκαν ανασηκώνοντας τις πλησιέστερες σχάρες των υπονόμων. Τις έβαλαν από μακριά, πετώντας βόμβες μολότοφ, πολλές απ’ τις οποίες, χάνοντας το στόχο, έσκαβαν κρατήρες στην άσφαλτο. Αφού επιτέλεσαν αυτό το θεάρεστο έργο, οι κουκουλοφόροι, ξανάκλεισαν ήσυχα και ανενόχλητα τις σχάρες των υπονόμων, πάνω απ’ τα κεφάλια τους.- Τελικά, επικράτησε το δίκαιο του ισχυρότερου και για την Αγίου Νικολάου ξεκίνησαν οι πιο ρωμαλέοι φοιτητές. Οι οποίοι, αφού είχαν ρίξει αρκετές μπουνιές και κάμποσες ύπουλες αγκωνιές, έφευγαν χαϊδεύοντας τ’ αυτιά του πλήθους των ταλαίπωρων που παρέμεναν στις στάσεις, με υποσχέσεις για γρήγορη επάνοδο, μέσα στα αστικά αυτή τη φορά.

Κανά μισάωρο αφότου έφυγαν κι αυτοί, ακούστηκαν σειρήνες. Οι φοιτητές, άλλοι τυραννισμένοι απ’ τον ήλιο (της ηλεκτρικής δικαιοσύνης) και άλλοι παραζαλισμένοι απ’ το ξύλο (της ‘των ισχυρών’ δικαιοσύνης), κάθονταν χάμω ανακούρκουδα και η απελπιστική τους όψη παρέπεμπε σε προαυλιζόμενους, στις φυλακές του Γκουαντάναμο. Στο άκουσμα των σειρήνων, ανασήκωσαν απορημένα τα γερτά τους κεφάλια και είδαν να φρενάρουν απότομα μπροστά τους, αστυνομικά περιπολικά. Από μέσα, πετάχτηκαν κάτι αγριεμένα ζουλάπια, κρατώντας μαύρα ματσούκια με μεταλλικές λαβές, στολισμένες με κουμπάκια. Αυτά τα ματσούκια είχαν διπλό ρόλο. Είτε περιποιόντουσαν το θύμα, ερχόμενα άμεσα σε επαφή με (κατά προτίμηση) το κεφάλι του. Είτε το φρόντιζαν από μακριά, έμμεσα, ρυθμιζόμενα από τα εντυπωσιακά κουμπάκια τους. Ανάλογα με το πόσο γυρίζονταν, από τους διαόλους με τις κλιματιζόμενες στολές, τα κουμπάκια έκαναν τη δουλειά τους, καψαλίζοντας με καυτά μικροκύματα το δέρμα του άτυχου, που βρισκόταν στην ευθεία που ‘έδειχνε’ το ματσούκι.

Κανείς δεν κατάλαβε, πώς ο χρόνος χώρεσε όλες τις ωμότητες που ακολούθησαν … Μόλις είδαν τους ορεξάτους αστυνομικούς, οι καθισμένοι φοιτητές τα χρειάστηκαν. Υπακούοντας στο λεγάμενο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, που πρωτύτερα τους υπαγόρευε να δείρουν ή να καλυφτούν και εκείνη τη στιγμή να το βάλουν στα πόδια, πετάχτηκαν τρεκλίζοντας πάνω. Πριν προλάβουν να κάνουν ένα βήμα, έζησαν τη κόλαση. Το αίμα κάτω απ’ το δέρμα τους άρχισε να κοχλάζει, υπό τη διευθυντική μπαγκέτα, ή πιο σωστά, υπό τα διευθυντικά ματσούκια των…‘της αστικής τάξης’. Πανικόβλητα ουρλιαχτά, κατρακύλησαν θεούς και δαίμονες απ’ τις καρέκλες τους. Οι κολασμένοι έπαιρναν το λουτρό τους, το λουτρό του πυρός. Μπουσουλώντας, γύρευαν οδό διαφυγής, μα δε την έβρισκαν. Γύρευαν και έλεος, μα ούτε απ’ αυτό έβρισκαν. Οπότε τελικά υπάκουσαν στις ντουντούκες, που τους πρόσταζαν να μείνουν ακίνητοι με τα χέρια ψηλά. Δεκάδες χέρια, σε κάθε λεωφορειακή στάση, υψώθηκαν μουντζώνοντας και εκλιπαρώντας ταυτόχρονα. Η έκκληση για έλεος απορρίφθηκε. Οι μούντζες απαντήθηκαν δεόντως. Τα ματσούκια έκαναν και από κοντά τη δουλειά τους, δείχνοντας μια περίεργη προτίμηση, στους πιο αδύναμους και κακοπαθημένους.

Κάποτε, μετά από πέντε λεπτά ανυπολόγιστου χρόνου, όλα τέλειωσαν. Μόνο κάμποσα πνιγμένα βογκητά και το ήδη πηγμένο αίμα, υπαγόρευαν τα συμβάντα, κατά πολύ λογοκριμένα. Οι αστυνομικοί όπως ήρθαν, το ίδιο ξαφνικά έφυγαν, φορτώνοντας τις μπαγκαζιέρες των περιπολικών με δυο τρία ‘ταραχοποιά’ στοιχεία, που έδειξε η ρουλέτα.
«Λίγο νερό! Λίγο νερό, στη κόλαση…!», ψέλλιζαν οι φοιτητές ή αυτό που κάποτε αποτελούσε το φοιτητόκοσμο.
«Νερόοοο!!!!!», ακούστηκε μετά από λίγο μια σπαραχτική κραυγή.
Η κραυγή αυτή ήταν το σύνθημα. Οι κινέζοι της Πάτρας, τσίτωσαν τ’ αυτιά τους και σαν ακούστηκε δεύτερη φορά η κραυγή, φορτώθηκαν στο λαιμό τα τελάρα τους. Με χαλαρό τρεξιματάκι, έσπευσαν στις στάσεις, με τα τελάρα γεμάτα καλούδια. Πουλούσαν ξίδι μπαλσάμικο από αναποφλοίοτο ρύζι και γυαλιά ηλίου ‘μαϊμούδες’.
Οι φοιτητές αγόρασαν κι απ’ τα δυο.»

* * *

-«Λίγο νερό! Λίγο νερό στη κόλαση…!», λέω το σύνθημα και κοιτάζω προς τη μεριά της κρυφής κάμερας.
Είναι το σύνθημα πως δεν αντέχω άλλο τον πελάτη και να έρθει ο Σπύρος να με γλιτώσει. Το λέω σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν με πνίγει πολύ ο κόμπος στο λαιμό μου, τόσο που λέω ότι όπου να ‘ναι θα πάθω σπασμούς απ’ την ασφυξία. Το έχω πάθει ήδη μια φορά και είδαν κι έπαθαν να με συνεφέρουν. Ο γιατρός που μ’ εξέτασε είπε πως είναι απ’ τη κατάχρηση κοκαΐνης, αλλά ξέρω πως δεν είναι αλήθεια. Είναι απ’ τη κατάχρηση απελπισίας, απ’ τη μόνιμη αίσθηση του αδιεξόδου.

Οι νταβατζήδες μου έκτοτε, φοβούμενοι μη χάσουν τη κότα με τα χρυσά αυγά, μου έδωσαν την άδεια να τους προειδοποιώ όταν κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Αλλά αλίμονο σου αν μυριστούμε ότι δε λες την αλήθεια!», μου είπαν.
Τρίχες! Πώς θα μυριστούν ότι δε λέω την αλήθεια; Ακόμα και οι τότε σπασμοί μου, ψεύτικοι ήταν, θέατρο έπαιζα. Αλλά θα ‘θελα πολύ να τους είχα. Τόσο που ξεγέλασα τους πάντες. Ακόμη και τον γιατρό – πελάτη!
«Αλίμονο μου αν δε λέω την αλήθεια;». Χα! Χα! Καλό κι αυτό! Λες και θα τους φοβηθώ. Γιατί; Τι μπορούν να μου κάνουν; Δε φοβάμαι κανέναν, παρά μόνο τον ίδιο μου τον εαυτό. Κι αν τους αφήνω να με εκμεταλλεύονται, είναι γιατί δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω. Δε μπορώ να σκεφτώ τίποτα καλύτερο να κάνω. Έχουν θεριστεί όλα τα καλύτερα και βαριέμαι φρικτά.
Χτυπάει η πόρτα διακριτικά. Είναι ο Σπύρος.
-«Κύριε Λεκτορακόπουλε, εντ οφ δε τάιμ! Ετοιμαστείτε να περάσετε στον πάγκο. Στο δεύτερο ημίχρονο παίζει άλλος!».
-«Οκεΐ κόουτς! Πάγκο; Πάγκο.»
Σηκώνεται, φιλοδωρώντας τα οπίσθια μου με μια τσιμπιά. Βάζει τα σώβρακα του, ανεβάζει το παντελόνι, τραβάει και το φερμουάρ, πολύ ‘αντρίκια’. Σιγά… θα ‘βρεις’!
Δε κρατιέμαι. Κοιτάω τη κάμερα και βγάζω τη γλώσσα.
-«Μωρό! Φεύγω. Τα λέμε!»
Μακάρι να τα λέγαμε μόνο Δάσκαλε Λεκτορακόπουλε!
Ανοίγει την πόρτα και έρχεται φάτσα φάτσα με τον νταβά. Ο Σπύρος έχει ακουμπήσει με τον ώμο στην κάσα της πόρτας και ρουφάει ένα τσιγάρο. Ξεφυσάει απότομα τον καπνό και με ένα στραβό χαμόγελο, που του ανεβαίνει πονηρά στα μάτια και τα μισοκλείνει, λέει:
-«Τι έγινε μεγάλε; Πόσα γκολ έβαλε σήμερα η Πανάχα;». Τον χτυπάει φιλικά στην πλάτη. Ο άλλος γελάει συνωμοτικά. Ένας καραγκιόζης που παραστέκει πάντα στο πλευρό μου, δίνει πάσα τρία φάσκελα. Κανείς μας δεν έχει παράπονο.
Αφού τελειώνει τα χαριεντίσματα και τις δημόσιες σχέσεις του κώλου, κλείνει πίσω του την πόρτα.
-«Λοιπόν; Τι τρέχει; Δε μπορούσες να περιμένεις ακόμα ένα τέταρτο;», ρωτάει ξερά. Όοοοχι φίλε. Ένα λεπτό ακόμη και θα μπορούσες να απολαύσεις ένα ακόμη δείγμα της υποκριτικής μου τέχνης και μα την αλήθεια, αυτή τη φορά θα ενσάρκωνα με όλο μου το είναι τη δαιμονισμένη. Χαμογελάω γλυκά και μόνο στη λύτρωση που μου προσφέρει η σκέψη.
-«Άσε τα χαζά χαμόγελα. Το έχεις παρακάνει. Νομίζεις ότι θα σε κανακεύω συνέχεια; Αν σ’ αφήσω στον άλλον, θα δεις τι πάει να πει πραγματικό νταβατζιλίκι.»
Ναι, έτσι μπράβο. Πούλα μας και φούμαρα τώρα. Λες και δε ξέρω πως έχετε συστήσει δίπολο. Εσύ στο ρόλο του μαλακού, του παρηγορητή, του καλού και ο άλλος στο ρόλο του μπαμπούλα. Ο ένας λασκάρει και ο άλλος τραβάει τα λουριά. Καλό κουμάντο παλικάρια. Πιάνει πάντα κι ας είναι το σύστημα γνωστό. Βολεύτηκα και γω σ’ αυτό και βαριέμαι να του πάω κόντρα…Οι αιώνιοι νταβατζήδες, οι αιώνιες πουτάνες. Αιωνία μας η μνήμη! Αθάνατοι.
Το χαμόγελο δε μου φεύγει. Μια και πλήρωσε το πάγιο, είπε να μην αποχωριστεί τη φάτσα μου. Είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, ανάσκελα, με τα γόνατα λυγισμένα, να κοιτάνε στο ταβάνι. Το ένα γόνατο κατεβαίνει αργά αργά στο πλάι, σημαίνοντας προσκλητήριο.
-«Ναι…γέλα, γέλα… Πήγαινε πλύσου! Σε λίγο θα ‘ρθει ένας φρέσκος. Κοίτα να κρατήσεις την όρεξη σου…», λέει, δείχνοντας με έντονο βλέμμα, το πλαγιασμένο μου πόδι.
Βροντάει πίσω του την πόρτα. Δε με θυμάται καθόλου. Το νερό στο λούκι ξεπλένει κάθε ανάμνηση.
Πάω στο μπάνιο και αφήνω το νερό να τρέξει ώρα πολλή, πάνω μου. Με τα μαλλιά βρεγμένα, κολλημένα στο αυλάκι της πλάτης μου, κοιτάζομαι στο καθρέφτη και όσο μπορώ, δε με βλέπω. Αλλά δε μπορώ να μη προσέξω, πως το χαμόγελο, είναι ακόμα εκεί. Έτσι λοιπόν και γω, το τονίζω ακόμη περισσότερο, με ένα φωτεινό μακιγιάζ. Έτοιμη η μάσκα!
Σφίγγω τριγύρω μου ένα κλαρωτό, κερασί κιμονό. Έτοιμη η γκέισα!
Σιγοτραγουδάω:
«Άσπρη καπνιά αλείφτηκα και παίζω στο Καμπούκι…», ταμ, ταμ, ταμ, χτυπάω ρυθμικά τα τσοκαράκια μου, στα μάρμαρα του μπάνιου. Νταπ, νταπ, ντοπ, κάνει και η βούρτσα μου στο νιπτήρα.
«Το λούκι, το λούκι, για κάθε κώλο ταιριαστό, υπάρχει ένα παλούκι…». Ω! Γες!»

* * *


Η βελούδινη απολυταρχία της κυρίαρχης «δημοκρατίας»

«Το σινάφι των ανθρώπων είναι μυστήριο. Μπορεί ο καθένας από μας που το απαρτίζουμε, να έχει ένα μυαλό άλλοτε γόνιμο και άλλοτε στείρο, ανάλογα με το ποια αυλάκια του, έχουμε σκαλίσει περισσότερο. Αλλά όλοι μαζί, δεν έχουμε περισσότερη λογική, απ’ τη λογική που έχει ο ψαρίσιος γόνος, που τον παρασέρνουν τα θαλάσσια ρεύματα όπου τους κάνει κέφι.

Στροβιλιζόμαστε από πολιτικά ρεύματα. Άλλοτε γκαρίζοντας: «Ζήτω ο βασιλιάς!» και άλλοτε υμνολογώντας: «Βίβα λα Δημοκρατία!». Και καλά, η έννοια του βασιλιά είναι σαφώς οριζόμενη από το: ‘Αποφασίζουν (οι χρηματοδότες της βασιλείας μου), διατάσσω (αυτά που είναι προς το συμφέρον τους και κατ’ επέκταση αποτελούν και δικό μου συμφέρον), μοστράρω τη κορώνα μου, τρέφω τον κώλο μου και αποκτώ διάδοχο.’

Αλλά η έννοια της ‘Δημοκρατίας’, αυτή που χειροκροτούν οι μάζες, είναι κλούβιο αυγό. Δηλαδή και άδεια είναι και βρωμάει. Εξηγούμαι:
Άδεια είναι, διότι ο λαός αποτελείται από διάφορες εισοδηματικές, μορφωτικές, ηλικιακές και ιδιοσυγκρασιακές τάξεις. Αυτές οι τάξεις έχουν διαφορετικά συμφέροντα και επιδιώξεις, με αποτέλεσμα να δίνουν και διαφορετικούς ορισμούς στην έννοια της Δημοκρατίας. Έτσι μέσα στο δοκιμαστικό σωλήνα μπαίνει η δημοκρατία του κεφαλαιούχου, του μικροαστού, του αγρότη, του έμπορα, του άνεργου, του μεροδούλι-μεροφάι. Επίσης μπαίνει η δημοκρατία του αποφοίτου του δημοτικού, της δευτεροβάθμιας, της τριτοβάθμιας και της νιοστοβάθμιας εκπαίδευσης. Ακολούθως μπαίνει η δημοκρατία του εφήβου, του νεανία, του ώριμου και του ηλικιωμένου. Ακόμα μπαίνει η δημοκρατία του δουλευτή, του τεμπέλη, του συνειδητοποιημένου, του ωχαδερφιστή, του σοβαρού και του χάχα. Τέλος μπαίνουν και όλες οι δημοκρατίες που μπορεί κανείς να σκεφτεί, που δεν αναφέρθηκαν και που είναι οι περισσότερες.

Αφού ανακινήσουμε το δοκιμαστικό σωλήνα , τον παραγεμισμένο με τόσες δημοκρατίες, έκπληκτοι θα διαπιστώσουμε ότι ο σωλήνας είναι κενός. Η αντίδραση επετεύχθη και το πηλίκο μηδενικό. Δημοκρατία της μάζας δεν υπάρχει, είναι όρος κενός, λόγω αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, που αντιδρούν και εξαφανίζονται.

Και Βρωμάει. Γιατί πάντα κάποιοι θα αναλάβουν να παραστήσουν τους σωτήρες δημοκρατικούς, γενόμενοι παάντα (μα πάντα;), βασιλικότεροι του βασιλέως. Αυτοί που τάχα θα ‘μεριμνήσουν’ για την δημοκρατία των μαζών και θα κόπτονται ρητορεύοντας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κοινό συμφέρον, την αδελφοσύνη μεταξύ των ανθρώπων, δεν έχουν άλλο στο μυαλό τους παρά να εξυπηρετήσουν τους ανθρώπους της κλάσης τους, τα δικά τους παιδιά. Και είναι απολύτως φυσικό, αφού η δημοκρατία που έχουν κατά νου είναι έτσι δομημένη, ώστε να διευκολύνει την ύπαρξη τους και να αναβαθμίζει τη δικιά τους ποιότητα ζωής. Η ‘βρώμα’ δεν έγκειται σ’ αυτό που είναι απολύτως φυσικό, αλλά στο ότι κάθε φορά, γίνεται χρήση (κατάχρηση) αθέμιτων μέσων και κατασπατάληση πόρων, ενέργειας και χρόνου, προκειμένου οι λαϊκοί ποδηγέτες, να διαφημίσουν την καλή ποιότητα της δημοκρατίας τους. Έπειτα όταν αναλάβουν την εξουσία και γίνει πλέον πασιφανές για τι σόι δημοκρατία πρόκειται, συνεχίζουν την κατασπατάληση δημοσίου χρήματος και εργατοωρών, σε αλχημείες με αριθμούς (στα οικονομικά, στα γκάλοπ και στους δείκτες (ανεργίας φερειπείν)) και σε συντήρηση τσιρακιών, μεσαζόντων και προβοκατόρων. Έτσι παστρικά και οργανωμένα, όλη η βρωμιά μπαίνει κάτω απ’ το χαλί.

Οι μάζες (οι υπόλοιπες κλάσεις που είναι διάφορες της κλάσης των εξουσιαστών), τα νιώθουν όλα αυτά, τα καταλαβαίνουν στο πετσί τους, αφού η ζωή τους καταντά μάχη για επιβίωση. Μάχη των δικών τους «δημοκρατιών», ενάντια στη κατεστημένη «δημοκρατία». Αλλά αλίμονο, ο ‘πολεμικός προϋπολογισμός’ δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Η καταστημένη «δημοκρατία» έχει τη μερίδα του λέοντος και τα πυροβόλα ανέκαθεν νικούσαν τις σπάθες. Και ο ρόλος των πολυβόλων αυτών είναι ύπουλος, γιατί δεν είναι πολυβόλα που καθαρά και ξάστερα αφαιρούν ζωές. Όχι. Πρόκειται για ‘πολυβόλα’ που δημιουργούν ρεύματα αποπροσανατολισμού, που εξωθούν σε σπασμωδικές αντιδράσεις, που στρέφουν τις επίλοιπες τάξεις στο αλληλοφάγωμα, σύμφωνα με την κλασική τακτική του διαίρει και βασίλευε.

Και η ιστορία πάει ως εξής: Οι εξυπηρετητές του κατεστημένου, κάθε φόρα φέρνουν στη μόδα και ένα «νέο» πρόβλημα, που είναι γνωστό προ πολλού. Το φέρνουν στην επικαιρότητα όμως, με τρόπο γενικόλογο, αμπελοφιλοσοφικό, το πιάνουν περιφερειακά, χωρίς να αγγίζουν τα βαθύτερα αίτια του, χωρίς καμιά πρόθεση να δώσουν λύση. Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε, δηλαδή. Φανατίζουν τις μάζες, με τις διαρκείς επιφανειακές ρητορείες τους, ότι άλλο πια η κατάσταση αυτή δεν πάει και καλά θα κάνει ο κόσμος να ξεσηκωθεί. Ο ‘κόσμος’ παρασυρμένος απ’ το ρεύμα του τρέχοντος προβλήματος, κάνει έναν κατ’ επίφαση ξεσηκωμό με καθοδηγούμενες πορείες, λαοσυνάξεις και προβοκατόρικα έκτροπα. Συμμετέχει σε άσκεφτες καταλήψεις δημοσίων χώρων, βιάζοντας τις «δημοκρατίες» άλλων, ποδοκροτεί και φτύνει σάλιο κι αίμα σπασμωδικά. Η υστερική αυτή κατάσταση μένει στη συλλογική συνείδηση ως αγώνας, για την αντιμετώπιση του προβλήματος για το οποίο ευθύνεται η εξουσιάζουσα «δημοκρατία». Έπειτα, αφού περάσει η μπόρα, όλοι είναι ευχαριστημένοι ότι έκαναν το χρέος τους. Οι κυβερνώντες επαίρονται ότι κατάφεραν να διαχειριστούν τη κρίση, υποκρινόμενοι ότι σκέφτηκαν κάποιες λύσεις. Οι θιγόμενοι απ’ τις συνέπειες του προβλήματος, χαίρονται για την τόλμη που επέδειξαν κατά τον ξεσηκωμό τους και τη πίεση που άσκησαν στην εξουσία προκειμένου να μεριμνήσει για τα συμφέροντα τους. Οι προβοκάτορες τρίβουν τα χέρια τους που μπόρεσαν να αναμοχλεύσουν το λαϊκό αίσθημα και ακολούθως να το κατευνάσουν. Πραγματικά στο τέλος όλοι είναι νικητές. Εκτός από το πρόβλημα, που έχει ηττηθεί κατά κράτος.

Μετά απ’ το πρόβλημα που δήθεν αντιμετωπίστηκε, ένα άλλο πρόβλημα σύρεται στην επιφάνεια. Πρόβλημα μιας άλλης κοινωνικής ομάδας και όλοι οι προβολείς πέφτουν επάνω του. Το προηγούμενο πρόβλημα ξεχνιέται (μέχρι να ξαναανακαλυφτεί κάποια στιγμή στο μέλλον) και όλοι ασχολούνται - φωνασκώντας, χωρίς βαθιά διερεύνηση αιτιών και προτάσεις λύσεων - με το καινούργιο κόσκινο. Η φωτιά του ενδιαφέροντος για το τρέχον καυτό πρόβλημα, συνδαυλίζεται από τους «ειδήμονες» της ειδησιογραφίας, τους μαχητικούς τηλεδημοσιογράφους (με τις πολεμικές ανταποκρίσεις για την καυτή πατάτα στα χέρια της κυβέρνησης), τους αντιπολιτευόμενους της συμπολίτευσης, την αγχωμένη αντιπολίτευση, τα σκάνδαλα επί του παρόντος προβλήματος, που κανονίζουν οι μεσάζοντες και οι προβοκάτορες.

Κάθε φορά, ένα πρόβλημα – φούσκα (στο κοινωνικό χρηματιστήριο), δεν ξεφουσκώνει μόνο επειδή σταματάνε οι γνωστοί άγνωστοι να τρομπάρουν αέρα. Ούτε μόνο επειδή οι υστεριάζοντες κάποια στιγμή βαριούνται τα κούφια καμώματα τους. Αλλά κυρίως επειδή η θιγόμενη τάξη, αντιδρώντας με καταλήψεις, μαζικές διαδηλώσεις, απεργίες, καταστροφές, αιματηρές συγκρούσεις, βιαιοπραγεί εναντίον της «δημοκρατίας» άλλων τάξεων. Οι άλλες τάξεις στην αρχή κάνουν τουμπέκι, όχι από αλληλεγγύη, αλλά αναλογιζόμενες πως θα ‘ρθει κάποια στιγμή, που και κείνες θα θέλουν να ξεσαλώσουν και τότε θα εξαργυρώσουν την υπομονή που επέδειξαν. Όμως σιγά σιγά, καθώς βλέπουν πως το πράγμα παρατείνεται και πως μάλιστα καταντά οικονομικά ασύμφορο, αρχίζουν ν’ αγριεύουν και να στρέφονται εναντίων των «αγωνιστών». Στο σημείο αυτό η εξουσία, η κυρίαρχη «δημοκρατία», τρίβει τα χέρια της από ενθουσιασμό. Οι υπόλοιπες «δημοκρατίες» μπορούν άνετα να βγάλουν τα μάτια τους, χωρίς η ίδια να κουνήσει το δαχτυλάκι της. Έτσι, τελικά ο «αγώνας» μιας τάξης για ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, εκφυλίζεται σε μια αόριστη μάχη για την υποχρέωση διεκδίκησης των δικαιωμάτων γενικά και τις παρακλήσεις προς τους έτερους πολίτες για ανοχή. Όλα λοιπόν ξεφουσκώνουν έτσι άδοξα, με τους πολίτες όλων των τάξεων, εκτός της κυρίαρχης, παραζαλισμένους, μισοικανοποιημένους γιατί ύψωσαν την φωνή τους, μισομπερδεμένους από τη τρύπα που βλέπουν στο νερό…

Οι διαπλεκόμενες «δημοκρατίες» στην πραγματικότητα, δε διέπονται από κανένα συναίσθημα αλληλεγγύης. Καθεμιά βλέπει με μισό μάτι τους «αγώνες» της άλλης. Τους βιώνει με αίσθημα καχυποψίας, για το γνήσιο των κινήτρων που διακηρύττονται και με αίσθημα ζήλιας. Γιατί να ασχοληθούμε με το δικό σας πρόβλημα και όχι με το δικό μας; Έτσι οι «αγώνες», είναι μια σειρά από πασαλειμμένες υποθέσεις, μια ακολουθία άρπα – κόλλα, που βολεύει μόνο την κυρίαρχη «δημοκρατία».

Αν κάνει πως ξεσηκώνεται η τάξη των ηλικιωμένων, για το άθλιο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα και την ανύπαρκτη κοινωνική πρόνοια. Τότε υπάρχει η τάξη των νέων ανέργων και η τάξη των συμβασιούχων, που τους κοιτάνε στραβά. Νιώθουν τη «δημοκρατία» τους να απειλείται, καθώς η αύξηση των συντάξεων, θα βαρύνει την δικιά τους καμπούρα, που ήδη είναι φορτωμένη με την απελπισία της ανέχειας. Θεωρούν ότι τα διεκδικούμενα λεφτά, θα ήταν προτιμότερο να διατεθούν σε προγράμματα που θα τους βγάλουν απ’ το τέλμα της απραξίας, της φτώχιας και της εξάρτησης απ’ τους γονείς, παρά να δοθούν σε κάποιους που ήδη έχουν ζήσει τη ζωή τους και θα μπορούσαν να τα κουτσοβολέψουν με λιγότερα. Βέβαια όλα αυτά δεν λέγονται ανοιχτά, γιατί όλοι γερνάμε βρε αδερφέ! Αλλά το φωνάζει η συμμετοχή στις διαδηλώσεις, οι ηλικιωμένοι είναι μόνοι τους.

Αν κάνουν πως ξεσηκώνονται οι φοιτητές, στην αρχή όλοι θα τους στηρίξουν γιατί είναι η νέα γενιά και οφείλει να διαθέτει μια επαναστατικότητα (εντός πλαισίου βεβαίως βεβαίως), αν δε κάνει τους «αγώνες» της τώρα, πότε θα τους κάνει; Τα απωθημένα είναι βλαβερά! Και έπειτα, πώς να το κάνουμε; Είναι τα παιδιά μας και τα αγαπάμε. Είμαστε μαζί τους και τα στηρίζουμε. Αν όμως το παρακάνουν με τις καταλήψεις, τις διαδηλώσεις και τα «έκτροπα», τότε η τάξη των γονιών, των φορολογούμενων πολιτών, στρέφεται εναντίον των ασυνείδητων παλιόπαιδων, που τους πίνουν το αίμα και παραμελούν τις σπουδές τους.

Αυτά είναι παραδείγματα του πως η μια «δημοκρατία», καταλύει την άλλη, μόνο και μόνο επειδή γίνονται άθυρμα, στα χέρια της μιας κυρίαρχης «δημοκρατίας», που καταληστεύει τα κρατικά ταμεία και πετάει το κόκαλο σε ένα τσούρμο σκυλιά. Η εξουσία εκμεταλλεύεται την κατά φαντασίαν δημοκρατία της μάζας, για να λεηλατήσει όσο το δυνατόν περισσότερα. Βίβα λα Δημοκρατία, λοιπόν; Αν υπήρχε, βεβαίως βίβα. Χίλιες φορές βίβα. Αλλά εδώ δεν πρόκειται για Δημοκρατία. Πρόκειται για την απολυταρχία της μιας «δημοκρατίας». Δημοκρατία, ισότητα και αδελφότητα, υπάρχει μόνο μέσα στη τάξη που κυβερνά, όποια κι αν είναι αυτή.

Αν απλοποιώντας τις τάξεις, τις χωρίσουμε με βάση τα σημερινά δεδομένα, σε κεντροαριστερά, κεντροδεξιά, αριστερά, δεξιά, κομούνα, αναρχία, άκρα δεξιά, τότε όποια τάξη και να επικρατήσει στα γυρίσματα του χωροχρόνου, πραγματική Δημοκρατία δεν πρόκειται να υπάρξει. Και καλά η άκρα δεξιά, ο φασισμός, είναι εξ’ ορισμού κατάλυση της Δημοκρατίας. Στο φασισμό είναι ξεκάθαρο, ότι ελευθερία άποψης δεν υπάρχει, ή τον υπηρετείς ή είσαι νεκρός. Άλλωστε πάντα στις περιπτώσεις ακραίου φανατισμού και συντηρητισμού (δηλαδή στις περιπτώσεις καθαρόαιμης βλακείας), υπάρχει η απλοϊκότητα των συνοπτικών διαδικασιών. Όμως όλες οι άλλες προαναφερθείσες τάξεις, μπορεί να μην είναι τόσο ξεκάθαρα ανελεύθερες, αλλά οποιαδήποτε απ’ αυτές και να επικρατήσει, θα θελήσει να επιβάλει την ιδεολογία της, την κοσμοθεωρία της, να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των ανθρώπων της και όσοι της πάνε κόντρα, το λιγότερο που μπορούν να πάθουν, είναι να αγνοηθούν και να υποσκελιστούν. Αν μάλιστα η τάξη, έχει πάρει το έργο επιβολής της «δημοκρατίας» της, πολύ στα σοβαρά, ως έργο σωτήριο για το κοινωνικό σύνολο, οι αμφισβητίες, οι αρνητές της κυρίαρχης συνειδήσεως, άνετα οδηγούνται στην καρμανιόλα (θεατή ή αθέατη).

Οι εκλογές είναι ένας σαφέστατα δημοκρατικός θεσμός. Όμως το ότι μέσω αυτών, ανεβαίνει στην εξουσία μια συγκεκριμένη ιδεολογική τάξη, δεν καθιστά και το πολίτευμα δημοκρατικό, μόλο που οι μάζες έχουν συνηθίσει να πιστεύουν κάτι τέτοιο. Πρόκειται για καθαρή ψευδαίσθηση. Καθαρή ψευδαίσθηση είναι επίσης και η πίστη ότι η δημοκρατικά εκλεγμένη τάξη, θα μεριμνήσει για τα προβλήματα του συνόλου, τηρώντας τις υποσχέσεις που έχει δώσει αφειδώς προεκλογικά. Η κυβέρνηση θα μεριμνήσει μόνο για τα συμφέροντα των οικείων, δηλαδή μόνο για τα συμφέροντα αυτών που συμμερίζονται τη δική της αντίληψη για το τι είναι δημοκρατία. Οι υπόλοιποι μπορούν να βολευτούν με το κόκαλο, με τους αλληλοφαγωμούς, τις μνησικακίες και τις μάταιες ελπίδες.

Και είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το πόσο μεγάλη διάρκεια ζωής έχουν η πίστη και οι ελπίδες της μάζας. Η μάζα διαθέτει ιώβειο υπομονή, εμπιστεύεται τα παχιά λόγια και ίσως κιόλας να τα προτιμά από τα έργα, μόνο και μόνο για να έχει κάτι να περιμένει και ένα λόγο να γκρινιάζει. Το ακόμη πιο ωραίο είναι ότι αφού φτάσει το τέλος της θητείας μιας κυβέρνησης και παρόλο που δεν έχει υλοποιηθεί ούτε μια υπόσχεση, η μάζα είναι έτοιμη να πιστέψει τις ίδιες ψευτιές και να ξαναπαραδοθεί στη βελούδινη απολυταρχία της κυρίαρχης «δημοκρατίας». Η μάζα περιμένει, επιμένει να εκπληρωθούν οι ελπίδες της. Κακοπαθημένη, παραζαλισμένη, βουβή, μοιραία, έτοιμη για το δις και τρεις εξαμαρτείν…»

* * *


Η επάνοδος

«Κακοπαθημένοι, παραζαλισμένοι, βουβοί, οι φοιτητές έλιωναν στον ήλιο του απομεσήμερου, περιμένοντας τα αστικά, που ακόμη δεν είχαν φανεί. Τα ξίδια που είχαν αγοράσει από τους κινέζους πλανόδιους, τα είχαν από ώρα κατεβάσει και μάταια προσπαθούσαν να ανιχνεύσουν τίποτα τελευταίες σταγονίτσες, για να πιπιλίσουν. Είχαν φορέσει όλοι, τα γυαλιά – μαϊμούδες και τα μάτια τους άρχισαν να πονούν, περισσότερο απ’ ότι θα πονούσαν εκτεθειμένα στην άπλετη, υπεριώδη ακτινοβολία. Παρόλα αυτά, δεν τα έβγαζαν. Είχαν αρχίσει να βρίσκουν μια διαστροφική ηδονή, στην άθλια κατάσταση τους και κοιτούσαν πώς να την κάνουν ακόμα χειρότερη.

Κάποτε, μέσα απ’ τους υδρατμούς που έβγαζε η άσφαλτος, φάνηκαν τα λεωφορεία. Όμως οι φοιτητές δεν κουνήθηκαν απ’ τις πεζοδρομιακές πλάκες, νομίζοντας ότι πρόκειται για αντικατοπτρισμό. Άκουσαν και κάτι ενθουσιώδη, ‘προεκλογικά’ κορναρίσματα, αλλά πάλι δε ξεκουνήθηκαν, θαρρώντας πως είχαν παραισθήσεις. Το μόνο που έκαναν, ήταν να χαμογελάσουν εκστατικά, στο λυτρωτικό όραμα.
Εντέλει, τα ζελεδένια σασί των αστικών, άραξαν μπροστά στις στάσεις. Κάθε οδηγός, φορούσε (κι αυτός) μαϊμού γυαλιά ηλίου και ρουφούσε με καλαμάκι φραπεδιά, από ένα τεράστιο, πορτοκαλί, καλά καπακωμένο, πλαστικό σέικερ. Πότε πότε ρουφούσε τζούρες απ’ ένα τσιγάρο, που έμοιαζε να μη καίγεται με τίποτα. Δίπλα σε κάθε οδηγό, στεκόταν κι από ένας ρωμαλέος, φρέσκος φρέσκος φοιτητής, χαμογελώντας θριαμβευτικά. Κουνούσε τα χέρια του, δημιουργώντας τεταρτοκύκλια πάνω απ’ το κεφάλι του, χαιρετώντας τα πλήθη που μαραίνονταν στις στάσεις, κατά το πρότυπο των παλιών, μπαλκονάτων πολιτικών. Έτσι κι αυτός, από το ύψος του ‘αστικού’ του βήματος, χαμογελούσε, χαιρετούσε, ανέκραζε : «ΙΔΟΥ! Σας φέραμε τα αστικά λεωφορεία που σας υποσχεθήκαμε! Δοξάστε μας!».

Καθώς όμως, οι φοιτητές με την πολιτική προγονοπληξία, έβλεπαν ότι το πλήθος τον στάσεων δε σάλευε, θύμωσαν. Πήραν λοιπόν τις ντουντούκες τους και κατέβηκαν τσαντισμένα, τα σκαλιά των λεωφορείων. Πήγαν και στάθηκαν πάνω απ’ τα κεφάλια των εκστασιασμένων φοιτητών και φώναξαν πάλι θριαμβευτικά:
«ΙΔΟΥ, τιμημένο έθνος των φοιτητών! Σας φέραμε τα αστικά λεωφορεία που σας τάξαμε! Κρατήσαμε την υπόσχεση μας και παλέψαμε σκληρά για να το κατορθώσουμε αυτό!». Έπειτα, κοιτώντας διακριτικά, κάτι κινέζικα ξυπνητήρια, που έβγαλαν από τις εσωτερικές τσέπες των σακακιών τους, συνέχισαν:
«Δεν έχει σημασία ο χρόνος που μας πήρε για να το πετύχουμε αυτό! Σημασία έχει το ότι το πετύχαμε! Δεν έχει σημασία ο κόπος μας! Χάρισμα σας! Είμαστε εδώ για σας, για τα συμφέροντα σας, σεμνοί και ταπεινοί υπηρέτες σας!».

Ψαχουλεύοντας ξανά τις τσέπες τους, έβγαλαν τούτοι τη φορά κάτι περίτεχνα, κεντημένα, κινέζικα μαντιλάκια, αγορασμένα ένα ευρώ την εικοσάδα. Μ’ αυτά τα φίνα μαντιλάκια, σκούπισαν τον ιδρώτα του ρητορικού πάθους τους, αναθυμούμενοι με νοσταλγικό χαμόγελο, τις ευχάριστες, καφενόβιες ώρες, με τάβλι, στριφτό τσιγαράκι και χαλαρή δροσιά, που είχαν περάσει «παλεύοντας» να πείσουν τους οδηγούς των λεωφορείων, να επιστρέψουν στα δρομολόγια τους. Άλλωστε τι φταίγαν αυτοί, αν οι «σκληρές» τους διαπραγματεύσεις, είχαν διανθιστεί από πλακίτσες, γκομενοκουβέντες, ποδοσφαιροφιλικές εξάρσεις και αμπελοφιλοσοφικά θεωρήματα;
Όλα αυτά, ήταν μέσα στο παιχνίδι, για να κερδίσουν την εύνοια των λεωφορειαζτίδων. Σάμπως το διασκέδαζαν; Όλα κι όλα… Αυτοί είχαν κάνει το χρέος τους. Φέραν για δε φέραν τα αστικά; Τι παραπάνω ήθελαν τώρα, αυτοί οι αποβλακωμένοι σερσέμηδες;
«Λοιπόν τι κάθεστε και κοιτάτε; Δεν είναι βόας, δεν είναι κροταλίας…Είναι τα αστικά! Και αυτό το θαύμα το πετύχαμε εμείς!». Φώναξαν με λύσσα οι ντουντούκες.

Επειδή όμως, ακόμα κανείς απ’ το ψόφιο πλήθος, δεν γινόταν κοινωνός του ενθουσιασμού τους, οι … ηρωικοί μαχητές, έκαναν νόημα στους αρουραίους των υπονόμων, για έφοδο. Οι σκάρες των υπονόμων σηκώθηκαν πάλι και γκρίζες, ανασηκωτές ουρές, περικύκλωσαν τον φοιτητόκοσμο, που τα χρειάστηκε.
Ένα ξεψυχισμένο παλαμάκι ακούστηκε από κάπου και ένα στεγνό ‘ζήτω’. Μετά κι άλλο, κι άλλο…Μέχρι που τα παλαμάκια απέκτησαν αυθυπαρξία, τα ‘ζήτω’ έγιναν αυτόφωτα και έφεγγαν με γνήσιο, πατριωτικό ενθουσιασμό και δεν χρειαζόταν πλέον κανένας μεσάζον αρουραίος να τα προγκάει. Έχοντας λοιπόν επιτελέσει την αποστολή τους, οι αρουραίοι, πήδησαν ξανά στον καταχθόνιο κόσμο τους, βυσσοδομώντας τα θεμέλια της πόλης.

Στηριζόμενοι ο ένας πάνω στον άλλο, οι φοιτητές, κουτσά κουτσά, φορτώθηκαν στα αστικά λεωφορεία. Τα ψόφια κέφια, είχαν γυρίσει σε μια μαστουρωμένη υπερδιέγερση. Χάχανα και ξερατά, ασελγούσαν στον χώρο.
Όταν αντίκρισαν τα πρώτα κτίρια της Πανεπιστημιακής Πολιτείας, οι μαστούρηδες των αστικών, σα να ξενέρωσαν απότομα. Η σοβαρότητα τους, ήταν αποτέλεσμα της ταραχής που τους προκάλεσε η θέα των κτιρίων. Βίωσαν το δυσοίωνο συναίσθημα, που βιώνουν οι άνθρωποι, όταν οι παραστάσεις της μέρας τους θυμίζουν τα συγκεχυμένα όνειρα της νύχτας. Τους τα θυμίζουν, αλλά δεν μπορούν να προσδιορίσουν επακριβώς, ούτε τι γεύση τους είχε αφήσει το όνειρο, ούτε ποια ήταν η κατάληξη του. Και αυτό τους ενοχλεί. Τους ανεβάζει αγχωτικά, την αδρεναλίνη και τους ενοχλεί.

Με τις καρδιές τους ταμπούρλα σε τρελό ρυθμό, δίσταζαν πολύ να κατέβουν. Φοβόντουσαν αυτή την Πολιτεία φάντασμα, που από κάπου την ήξεραν, αλλά τώρα τα ραντάρ της ψυχής και του νου τους, δεν μπορούσαν να πιάσουν το στίγμα της. Για ποιο λόγο είχαν πάει εκεί πέρα; Τι γύρευαν; Επιφυλακτικά, με τα χείλη πανιασμένα απ’ τις κακουχίες και την ανησυχία, έχοντας τα σβησμένα τα χαρακτηριστικά των πλατωνικών σκιών, πάτησαν στα πανεπιστημιακά εδάφη, λες και δοκίμαζαν τη θερμοκρασία του νερού, πριν βουτηχτούν στη θάλασσα. Ευτυχώς το χώμα δε τους ρούφηξε και έτσι, σα να στεριώθηκε κάπως το ηθικό τους.

Άλλοι κατηφόρισαν και άλλοι ανηφόρισαν κατά τις σχολές τους. Ο ήλιος, στο απόγερμα του, δεν έκαιγε πια και οι αχτίδες του, σε συμφωνία με ένα απαλό αεράκι, βάλθηκαν να γιατροπορέψουν, το βασανισμένο δέρμα των φοιτητών. Η γης ανάδινε νοσταλγικές ευωδιές από θρυστό χώμα, φρυγανισμένο χορτάρι και πευκοβελονάτο χαλί και έκανε την έδρα των συναισθημάτων (κάπου πάνω απ’ το στομάχι), να αναλιγώνει από λαχτάρα. Τα βήματα που σέρνονταν από μια κάποια κούραση στο έδαφος, σιγά σιγά, πιάνοντας το ρυθμό της ξεθωριασμένης μνήμης, βαθιά επηρεασμένα απ’ τη σιγαλιά της μη βίας, άρχισαν να σέρνονται στον αέρα. Οι αλαφρωμένοι φοιτητές, έτσι πατινάροντας στον αέρα, είχαν την ευκαιρία να νιώσουν για λίγο, τη μεγαλοσύνη του να είσαι ‘ιδέα’, πραγματικά ελεύθεροι από περιορισμούς και νόμους, αρμονικά συνταιριάζοντας τις αρετές και τις ‘αμαρτίες’, στην τέλεια τους μορφή. Έπειτα έπεσε η νύχτα ερήμου, αυλαία που έπεφτε σε όλες τις τελευταίες μέρες. Η ψύχρα βάρυνε ξανά τα κόκαλα των φοιτητών, επαναφέροντας τους στην τάξη της εγκόσμιας αταξίας.

Μην έχοντας προνοήσει για πιο ζεστό ρουχισμό, άρχισαν να τους «ζώνουν τα φίδια», προβλέποντας μια βασανιστική νύχτα. Μέσα στα αμφιθέατρα και στις υπόλοιπες αίθουσες του πανεπιστημίου, γνώριζαν καλά πως δεν θα μπορούσαν να κοιμηθούν. Όχι μόνο γιατί αυτή τη στιγμή διαπνέονταν από καταβλητικό δέος και απύθμενο σεβασμό γι’ αυτούς τους χώρους, αλλά και γιατί ένας θρύλος άρχισε να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα. Διηγιόταν, ότι τις νύχτες περνοδιάβαινε τους τοίχους, το ιερό στοιχειό της γνώσης, θέτοντας πρωτόγνωρα ερωτήματα σε όποιον συναντούσε. Ο τυχερός – άτυχος, θαμπωμένος απ’ το συναρπαστικό ερώτημα που έμπαινε βουρλίζοντας το μυαλό του, ούτε εκείνη, ούτε τις επόμενες νύχτες μπορούσε να κοιμηθεί. Όλη την ώρα, είχε τη σφήνα του ερωτήματος στο νου, να τον στοιχειώνει, όπως το ιερό τέρας στοίχειωνε τα πανεπιστημιακά ντουβάρια. Διάβαζε οτιδήποτε είχε σχέση με το συγκεκριμένο ερώτημα και σκεφτόταν ολοένα, παραμελώντας τις ζωτικές του ανάγκες. Έτσι από μέρα σε μέρα, έχανε την αίσθηση οποιασδήποτε άλλης απορίας και πορευόταν αποκλειστικά στους δρόμους, που ανοίγονταν μέσα απ’ το συγκεκριμένο πρόβλημα. Η ιστορία είχε πάντα ευτυχισμένο τέλος για τον ‘δαιμονισμένο’, αφού είτε έφτανε στη λύτρωση βρίσκοντας τη λύση και το χαμένο του εαυτό, είτε πέθαινε από την εξάντληση του ταξιδευτή, προτού φτάσει στην Ιθάκη, αλλά και προτού γνωρίσει την αλλοτρίωση της Ιθάκης. Βέβαια για τους ‘υγιείς’ που ήταν έξω απ’ το παιχνίδι και δε βίωναν το στοίχειωμα του πάθους, η όλη κατάσταση φαινόταν τρομαχτική. Έτσι και οι φοιτητές, μόλο που παλιότερα θα έδιναν τα πάντα για να συναντήσουν το φάντασμα της Πανεπιστημιακής Πολιτείας, προτάσσοντας το καζαντζακικό σύνθημα: «Ελευθερία και Θάνατος», εκείνη τη στιγμή δεν ένιωθαν καμιά διάθεση να πεθάνουν για την ελευθερία της γνώσης.»

Τα βαρέλια

«Υπό αυτές τις συνθήκες δέους και δεισιδαιμονίας, έπρεπε να βρεθεί τρόπος, ώστε να κοιμηθούν στην ύπαιθρο, χωρίς να πουντιάσουν. Οπότε κάποιος, που δε χαλάλιζε τη βολή του και αυτό έδινε ώθηση στην σκέψη του, θυμήθηκε ότι κάπου υπήρχαν αποθήκες με σκουριασμένα παλιοβάρελα, γεμάτα είναι αλήθεια με μπαρούτι, αλλά αυτό δεν θα τους εμπόδιζε να τα αδειάσουν και να φτιάξουν με δαύτα πρόχειρες σόμπες. Το πρόβλημα ήταν το πού βρίσκονταν αυτές οι αποθήκες. Ρίχτηκαν λοιπόν όλοι στο ψάξιμο, άνοιγαν πόρτες με λοστούς, παραβίαζαν παράθυρα, έτρεχαν στους στοιχειωμένους διαδρόμους, τρύπωναν σε αραχνιασμένα γραφεία και ψαχούλευαν τα συρτάρια, όπως θυμόντουσαν να κάνουν οι ήρωες μιας ταινίας, χωρίς να ξέρουν πραγματικά τι ψάχνουν στα συρτάρια, αφού σκοπός τους ήταν να βρουν τις αποθήκες. Κι όμως! Τελικά τις αποθήκες τις βρήκαν στα συρτάρια! Δηλαδή όχι ακριβώς τις αποθήκες, αλλά τα σχέδια των πανεπιστημιακών, κτιριακών εγκαταστάσεων. Οι αποθήκες μπαρούτης, ανακαλύφθηκαν στα σχεδιαγράμματα του επιπέδου των υπογείων, του κτιρίου που στέγαζε μαθηματικούς και βιολόγους.

Κίνησαν λοιπόν καμιά πενηνταριά άτομα, να αλώσουν τις αποθήκες. Πριν κατεβούν στα υπόγεια, πέρασαν απ’ τα εργαστήρια των βιολόγων και πήραν οτιδήποτε τους φαινόταν ότι μπορεί να φωτίσει το πεδίο δράσης στα σκοτεινά υπόγεια, ανάμεσα τους και κάτι φλογάτα, θερμαντικά εργαλεία, που λειτουργούσαν με γκαζάκια. Κουτρουβάλησαν τις σκάλες, κρατώντας προτεταμένα τα μαρκούτσια των εργαλείων, απ’ όπου έβγαινε μια κιτρινογάλαζη φλόγα σφυρίζοντας και ανασκαλεύοντας χολερικά, το σκοτάδι. Εντούτοις κατάφεραν να βρουν τις πόρτες των αποθηκών, οι οποίες προτείνοντας το ενθαρρυντικό σχέδιο των νεκροκεφαλών, προειδοποιούσαν τους περίεργους να μην ανοίξουν το… ‘κουτί της Πανδώρας’.

Όμως οι φοιτητές δεν ήταν διόλου περίεργοι, απλώς κρύωναν, ενώ η θριλεράτη ατμόσφαιρα της εξερεύνησης, είχε προσθέσει στην παγερή υγρασία της ατμόσφαιρας και έναν κρύο ιδρώτα. Έτσι προκειμένου να ζεσταθούν, ήθελαν πάση θυσία, τα βαρέλια. Η ανάγκη τους έκανε αδίστακτους… Παραβίασαν με λοστάρια της πόρτες και έκαναν γιούργια στο κράτος των βαρελιών. Όμως ορισμένα, ψηλά τοποθετημένα βαρέλια, ενοχλημένα από τη βεβήλωση της νιρβάνας τους, κινήθηκαν απειλητικά εναντίον των βραδινών εισβολέων. Ο θόρυβος από το κατρακύλισμα ήταν πραγματικά τρομακτικός, σα να βρέθηκαν ακριβώς στην πηγή που γεννοβολούσε τις βροντές. Επειδή όμως κανείς δεν ήθελε να πιει απ’ αυτό το «νεράκι», οι φοιτητές σάλπισαν με ουρανομήκη ουρλιαχτά υποχώρηση και όρμησαν να βγουν πατείς με πατώ σε, απ’ τις αποθήκες.

Προτού προφτάσουν να το σκάσουν όλοι, ένας φοιτητής σκόνταψε κι έπεσε, ενώ το φωτιστικό γκαζάκι που κρατούσε στα χέρια του, του ξέφυγε σουρίζοντας και στάθηκε δυο μέτρα μπροστά απ’ το κεφάλι του. Εντωμεταξύ ένα βαρέλι, επιδεικνύοντας υπερβάλλοντα ζήλο, βγάζοντας ένα βρυχηθμό άγριας χαράς, έπεσε φαρδύ πλατύ, καταπλακώνοντας τα δύστυχα πόδια. Ταυτόχρονα το καπάκι του άνοιξε με ορμή και ο φοιτητής λούστηκε απ’ ένα χείμαρρο μυρωδάτης μπαρούτης. Ο χείμαρρος έφτασε μέχρι την γαλαζοκίτρινη φλόγα και αυτό έκανε τους υπόλοιπους φοιτητές που κρυφοκοίταζαν απ’ την πόρτα, σχεδόν να λιποθυμήσουν απ’ την αίσθηση του επικείμενου τέλους. Η φλόγα έπαιξε τριγύρω τα ρουθούνια της σα λαγωνικό, μα ξανάστησε τη μύτη της ακατάδεχτα, καθώς δε βρήκε και πολύ του γούστου της, το ‘μαύρο χαβιάρι’ που ξεχύθηκε απ’ την… κονσέρβα.

Σαν το είδαν αυτό οι μισολιπόθυμοι σύντροφοι, αναθάρρησαν. Ο καταπλακωμένος ατζαμής, που όση ώρα η φλογίτσα γλειφόταν με το μπαρούτι, είχε πάψει τα πονεμένα ουρλιαχτά και τη κοίταζε με γουρλωμένες, έντρομες ματάρες, απαγγέλλοντας αντί άλλης προσευχής, το «Φεγγαράκι μου λαμπρό», ξαναπάτησε τα κλάματα και τα ουρλιαχτά, καλώντας σε βοήθεια. Ωστόσο κανείς δεν αποφάσιζε ακόμα να πλησιάσει τον λαβωμένο, από φόβο μη κλέψει τη δόξα του Παλαιόν Πατρών Γερμανού. Τα ουρλιαχτά του φοιτητή βράχνιαζαν πια και θύμωναν ολοένα, μα ξαφνικά μεταλλάχτηκαν σε τραχιά γέλια. Γελούσε, γελούσε και τα μάτια του έτρεχαν βρύσες.
Χούφτιασε μπαρούτι και το έτριψε καλά στα μούτρα του. Ύστερα άρπαξε άλλη μια χεροβολιά και την πέταξε σπασμωδικά πάνω στη φλόγα. Σβουριζόταν και σπάραζε το πάνω μέρος του κορμιού του απ’ τα γέλια. Έκανε πως κολυμπούσε στη λίμνη της μπαρούτης, μοιράζοντας μούτζες στα αποσβολωμένα συντρόφια.
«ΝΑΑΑΑ ΜΑΛΑΚΕΣ!», κραύγασε βραχνά,
«ΤΟ ΜΠΑΡΟΥΤΙ ΕΙΝΑΙ ΒΡΕΜΕΝΟ ΡΕΕΕΕ!!!». Πάνω στην ώρα, το γκάζι τέλειωσε και η κεφάτη φλόγα άφησε τη τελευταία της πνοή.

Η δραματική σκηνή έμεινε λοιπόν χωρίς επαρκή φωτισμό, λες και έπεσε η αυλαία του έργου. Μόνο χειροκροτήματα που δεν ακούστηκαν. Το μόνο που ακουγόταν, ήταν η λαχανιαστή ανάσα του φοιτητή και οι προσπάθειες που κατέβαλε, να απελευθερωθεί απ’ τη βαρελίσια παγίδα. Κάποιοι με γκαζοφάναρα στα χέρια φιλοτιμήθηκαν να συνδράμουν στις προσπάθειες του, αλλά μόλις θυμήθηκαν τι κρατούσαν, γύρισαν και τ’ απόθεσαν στην εμπάτη της αποθήκης… προληπτικά.
«Άντε ρε μαλάκες. Αφού σας λέω…Το μπαρούτι βρεμένο είναι.», ξανάπε ο απηυδισμένος τραυματίας. Μετά κι απ’ αυτή τη κομψή λεκτική παρέμβαση, οι σπεύσαντες προς βοήθεια, σήκωσαν το βαρέλι απ’ τα τσακισμένα πόδια και μετέφεραν, όσο πιο μαλακά μπορούσαν, τον πληγωμένο, έξω απ’ το πεδίο της μάχης.

Αφού τέλειωσαν με τις πρώτες βοήθειες και μ’ ένα πρόχειρο φορείο ανέβασαν τον τραυματία στην επιφάνεια της γης, έμπαιναν ανά τετράδες μέσα στις βαρελαποθήκες και με προσοχή, μη τυχόν προκαλέσουν κι άλλη ‘κατολίσθηση’, έβγαζαν τα βαρέλια έξω. Άδειαζαν το περιεχόμενο τους, σε μια παρακείμενη κενή αίθουσα και ύστερα, έτσι άδεια και ελαφριά καθώς ήταν, τα ανέβαζαν στον πάνω κόσμο.

Θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν μετέφεραν και το τελευταίο βαρέλι. Στάθηκαν να ξανασάνουν, τεντώνοντας προς τα πίσω τις αποσταμένες μέσες τους και τους έκανε εντύπωση η τρομερή ερημιά που επικρατούσε. Τόση ώρα, πάνω στον πυρετό της δουλειάς, δεν είχαν πάρει χαμπάρι ότι όλοι φοιτητές που πλημμύριζαν τον προαύλιο χώρο του μαθηματικού, περιμένοντας τις βαρελόσομπες, είχαν αποχωρήσει. Εκεί που αναρωτιόνταν, βλέπουν έκπληκτοι να περνάει ένας συμφοιτητής τους τυλιγμένος, σα ναυαγός λαθρομετανάστης, με μια κουβέρτα, μασουλώντας ένα σουβλάκι από καπνιστό χέλι. Τον ρώτησαν, λοιπόν, πού την είχαν κοπανήσει όλοι και αυτούς τους είχαν αφήσει εκεί, να σκοτώνονται στη δουλειά. Αν έκριναν δε, από τη κουβέρτα και το σουβλάκι, δε κακοπέρναγαν καθόλου εκεί που ήταν.

Ο κουβερτοκουκουλωμένος, βύθισε με απόλαυση τα δόντια του σ’ ένα ακόμη κομμάτι ψαριού και το τράβηξε απ’ το καλαμάκι του. Μπουκωμένος καθώς ήταν εδέησε ν’ απαντήσει: «Να… κει πα, στου ‘Πάρκου τς Ειρήνης’ πήγαν… Πλακώσαν οι κινέζ’ απ’ το Μισουλόγγι, μι κηγανιστά ρύζια τσι καπνιστά χελιοσουβλάκια! Πλούν κουβιρτέλια τσι σουμπούδις…» . Για όποιον δε κατάλαβε, η απάντηση δόθηκε με μια ακατάληπτη, Μυτιληνιά διάλεκτο, με τόσο έντονη προφορά, που ουδείς κατάλαβε το παραμικρό. Ειδικά οι Αθηναίοι παριστάμενοι, κοιτούσαν το κουκουλωμένο υποκείμενο, τόσο χαμένα και απαξιωτικά, που ο ‘λαθρομετανάστης’ δεν επιχείρησε να προχωρήσει σε περαιτέρω περιγραφές, παρά μόνο επαναλάμβανε δείχνοντας πίσω του: «Κει πα. Κει πα…».

Παρατώντας τα βαρέλια, τα κουρασμένα παλικάρια, πήραν το δρόμο για το λεγάμενο «Πάρκο της Ειρήνης», που βρισκόταν μπροστά από την Πρυτανεία.
Εκεί τα μάτια τους αντίκρισαν ένα θέαμα, που παρέπεμπε σε πανηγύρι. Κινέζοι είχαν στήσει μέσα στο πάρκο, πελώριες καραβάνες, άλλες με τηγανητό ρύζι και άλλες με κομμάτια από καπνιστά χέλια, απ’ τα ιχθυοτροφία του Μεσολογγίου. Στο δρόμο πάνω απ’ το πάρκο, είχαν στήσει ένα πολύχρωμο παζάρι, με πάγκους ξέχειλους από κουβέρτες και ατομικές ψευτοθερμάστρες υγραερίου. Αυτά πουλιόντουσαν σχετικά φτηνά, αν και οι τιμές ‘τσιμπούσαν’, όσο κυλούσε η νυχτιά και έσφιγγε το κρύο. Το ωραίο ήταν ότι παράμερα, υπήρχαν άλλοι πάγκοι, φορτωμένοι με ατομικές μποτίλιες υγραερίου, των οποίων οι τιμές είχαν φτάσει σε ύψη θεόρατα, κατά την πιο κρύα ώρα της νύχτας. Αποτέλεσμα αυτών των ανατιμήσεων, ήταν, οι περισσότεροι απ’ αυτούς που είχαν ήδη αγοράσει θερμάστρα, να μην μπορούν να τη λειτουργήσουν και έτσι να μένουν αγκαλιά με το κρύο μέταλλο. Αλλά τέλος πάντων, όλοι τα είχαν κουτσοβολέψει με τις κουβέρτες και ο καθένας τραβούσε να ‘βρει καμιά απάνεμη γωνιά, για να κοιμηθεί όπως όπως.

Οι μουτζουρωμένοι εργατοφοιτητές, μόλις τα είδαν όλα αυτά, θύμωσαν πολύ που, ενώ αυτοί σκίζονταν στη δουλειά και έπαιζαν τη ζωή τους κορώνα – γράμματα, οι υπόλοιποι συμφοιτητές τους, τους είχαν παρατήσει για λίγο ρύζι και μια κουβέρτα. Αλλά μόλις τους πήρε η μυρωδιά απ’ το καπνιστό χέλι, ξέχασαν τους θυμούς τους και θυμήθηκαν την βασανιστική τους πείνα. Έπεσαν λοιπόν κι αυτοί με τα μούτρα στο φαΐ, έχοντας περασμένη αναριχτά, μια κινέζικη κουβέρτα, γύρω απ’ τους ώμους τους. Έτρωγαν, έτρωγαν και δε χόρταιναν, μέχρι που (παρόλη τη φτήνια του γεύματος) τους τέλειωσαν τα λεφτά. Από κει κι ύστερα παραμόνευαν για τίποτα αποφάγια και οι κινέζοι έκαναν γούστο να τους ρίχνουν μπουκιές μπουκιές το φαΐ και οι εργατοφοιτητές να το πιάνουν λιμασμένα στον αέρα. Στο τέλος, μπορεί να αποχόρτασαν, μπορεί να παρακουράστηκαν ή μπορεί και να τους πήρε η ντροπή, κανείς δε ξέρει. Πάντως γεγονός είναι, πως πήγαν και ξαπλώθηκαν κάτω από ένα πλάτανο κι αποκοιμήθηκαν.

Εντωμεταξύ, ο Μυτιληνιός, αφού μάσησε και κατάπιε το σουβλάκι του, έριξε μια λοξή ματιά στα βαρέλια, που παράστεκαν αραδιαστά. Ανασκουμπώθηκε και παρέταξε δέκα απ’ αυτά σε ίσες αποστάσεις, κοντά σ’ ένα τοίχο που έκοβε τον αέρα και την υγρασία. Έπειτα τα παραγέμισε με κούτσουρα, κλαδιά και φρύγανα, που είχαν στοιβάξει εκεί κοντά οι κλαδευτάδες, που περιποιούνταν τα περιβόλια του Πανεπιστημίου. Χρησιμοποιώντας για προσάναμμα κάτι μισοξεσκισμένες αφίσες, άναψε δέκα όμορφες φωτιές, που κάθε τόσο τις συνδαύλιζε, ώστε είχε δημιουργηθεί μια χουχουλιάρικη ατμόσφαιρα στο μέρος εκείνο, μπροστά απ’ τον μεγάλο τοίχο. Σιγά σιγά άρχισε να καταφθάνει η πελατεία. Ήταν φοιτητές, που φεύγοντας απ’ το πάρκο, έψαχναν να βρουν απάγκιο να κουρνιάσουν. Με ένα προσιτό αντίτιμο, ο πονηρός Μυτιληνιός, κατάφερε να νοικιάσει όλες τις διαθέσιμες θέσεις γύρω απ’ τα βαρέλια και επιστατούσε με περήφανο μάτι το ιδιότυπο υπνωτήριο που είχε στήσει. Λογάριαζε μάλιστα, αν έκαναν πως φαίνονταν κατά κει οι ‘βαρελάδες’ και του ζητούσαν τα ρέστα, να δώσει και σ’ αυτούς ένα μικρό ποσοστό απ’ τα κερδισμένα, μόνο και μόνο για να μην έχει φασαρίες. Αλλά όσο περνούσε η ώρα και κανείς δεν ερχόταν, κατάλαβε πάνω κάτω τι είχε γίνει και ησύχασε.

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Μυτιληνιού, έστησαν ιδιωτικά υπνωτήρια ακόμα μερικοί με επιχειρηματικό δαιμόνιο. Χρησιμοποιώντας όλα τα υπόλοιπα βαρέλια, νοίκιαζαν ζεστασιά και θαλπωρή κατασκήνωσης. Το επόμενο πρωί, οι πενήντα ‘βαρελάδες’, βρήκαν τα βαρέλια τους, ζεστά ακόμα, αν και ξενοδόχοι – νοικάρηδες είχαν γίνει άφαντοι. Έτσι τα βαρέλια που προορίζονταν για τη δωρεάν εξυπηρέτηση των φοιτητών και που με τόσο κόπο και κίνδυνο είχαν εξασφαλιστεί, εντέλει πουλήθηκαν ακριβά, από επιτήδειους τυχοδιώκτες, μετρ της αρπαχτής.»



Η πρώτη Πανεπιστημιακή «μέρα» - Σπύρος Νταβατζίδης

«Η επόμενη μέρα στην Πανεπιστημιακή Πολιτεία, ξεκίνησε με το πάσο της, αφού τα καθήκοντα των φοιτητών δεν ήταν σαφώς καθορισμένα. Οι κουβέρτες είχαν παραπεταχτεί στο πλάι των φρεσκοξυπνημένων, καθώς η ζέστη είχε επανέλθει δριμύτερη και όλοι απομακρύνονταν με περιφρόνηση από τα ζεστά ακόμη βαρέλια. Καθώς η συλλογική μνήμη δε φημίζεται για το εύρος των χρονικών της ορίων, όλοι άρχισαν να αναρωτιούνται για πιο λόγο είχαν πληρώσει το λαμόγιο, τον Μυτιληνιό, για μια ζέστη, που στο κάτω κάτω της γραφής, είχε αποδειχτεί εντελώς περιττή και άτοπη. Πάνω που συζητούσαν γι’ αυτή την εξαπάτηση και πολλοί είχαν αρχίσει ν’ αγριεύουν, ζητώντας το κεφάλι του Μυτιληνιού επί πινάκι, εκείνος, σε μια έξαρση διπλωματικού ταλέντου και εμπορικού δαιμονίου, πρότεινε να αγοράσει τις ‘άχρηστες’ κουβέρτες τους, ώστε να εξιλεωθεί για την αχρηστία στην οποία είχε περιπέσει η ζεστασιά που τους είχε πουλήσει. Οι φοιτητές, που δεν τους είχαν απομείνει και πολλά φράγκα και τα στομάχια τους λιγουρεύονταν βαρβάτο μπρέκφαστ, δέχτηκαν ευχαρίστως. Βλέποντας μάλιστα τις κουβαριασμένες, παραπεταμένες κουβέρτες, γεμάτες χώματα και χορταράκια, σκέφτηκαν ότι δε θα έχαναν τίποτα, πουλώντας τα στραπατσαρισμένα και μπελαλίδικα αυτά αντικείμενα.

Έτσι ο Μυτιληνιός, αγόρασε τις κουβέρτες των περισσοτέρων (υπήρξε μια μειοψηφία που αποφάσισε να τις κρατήσει), στο ένα τρίτο της χτεσινοβραδινής τους τιμής. Τους έβαλε μάλιστα να υπογράψουν ένα χαρτί, που έλεγε ότι ευχαρίστως και με μεγάλη ευγνωμοσύνη, πουλούσαν τις κουβέρτες τους, προς το τάδε, απολύτως ικανοποιητικό ποσό. Ο Μυτιληνιός, αφού μοίρασε τα ψίχουλα που του ζητούσαν και τσέπωσε τις δηλώσεις - πειστήρια της ομαδικής βλακείας (και της δικής του εμπορικής ντομπροσύνης), μάζεψε, τίναξε και καλοδίπλωσε τις κουβέρτες. Πάνω εκεί, το πλήθος άρχισε πάλι να μουρμουρίζει, ότι πήρε ψίχουλα ως αντίτιμο, για κάτι εντελώς καινούργιο, αλλά αναθύμονταν τις δηλώσεις που είχαν υπογράψει και έκαναν τουμπέκι. Βέβαια, ο έμπορας – φοιτητής, για καλό και για κακό, τις αποθήκεψε μάνι μάνι, σ’ ένα υπόγειο δωματιάκι του Πανεπιστημίου, αλλάζοντας του λουκέτο. Και είχε λογαριάσει καλά. Γιατί μόλις χάθηκαν οι κουβέρτες απ’ τα μάτια του φοιτητόκοσμου, εξαφανίστηκε και το θέμα της όποιας ανησυχίας. Λες και η κατάργηση της θέας ,του απτού αντικειμένου, σημαίνει αυτόματα και την κατάργηση της έννοιας του ή των συνεπειών τις ύπαρξης του.

Τέλος πάντων. Το βράδυ, όταν οι κουβέρτες θα πουλιόνταν στο διπλάσιο της αρχικής τους τιμής (ελλείψει κινέζων ανταγωνιστών) , ήταν ακόμη μακριά…»

«Αφού τέλειωσαν με τις αγοραπωλησίες, στον Οίκο του Ορθού Λόγου, χωρίς να βρεθεί κανένας μεσσίας με μαστίγιο, αποφάσισαν πως καιρός ήταν να ασχοληθούν με τα του Πανεπιστημίου. Δε θυμόταν όμως κανείς, με τι έπρεπε να καταπιαστούν πρώτα. Έτσι αποφάσισαν να ακολουθήσουν το ένστικτο τους, που υπαγόρευε χαλαρό τσιγαράκι, καφεδιά και μπουγάτσα. Οπότε ξεχύθηκαν στις πανεπιστημιακές καφετέριες και μάλιστα με καθαρή συνείδηση και τη σιγουριά ότι έτσι έπρεπε να κάνουν. Η συλλογιστική ήταν απλή και ορθολογικά διατυπωμένη ως εξής, απ’ τον εμπνευσμένο φοιτητή, που ήδη ρουφούσε με δυο καλαμάκια τον φραπέ :
-«Οι καφετέριες είναι εντός σχεδίου της Πανεπιστημιακής Πολιτείας, άρα αποτελούν κι αυτές, πανεπιστημιακό έδαφος, άρα πρόκειται για κτίρια γνώσης, στα οποία τυγχάνει να σερβίρεται καφές και η ατμόσφαιρα να είναι πιο πυκνή λόγω του νέφους νικοτίνης. Αλλά καφεΐνη – νικοτίνη είναι ουσίες διεγερτικές για το πνεύμα, ιστορικά συνδεδεμένες με την ομαδική φιλοσοφία, άρα με την κοινωνικοποίηση. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ων και η γνώση κοινωνικό προϊόν. Άρα…Όπερ έδει δείξε! Η επιχείρηση ‘Γνώση’, δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από τις καφετέριες. Και μάλιστα …ΟΥΦ!!! Με τόση ζέστη… από πού αλλού; Ρε Σωτήρη! Χτύπα άλλη μια φραπεδιά!».
Ο ρήτορας, εντυπωσίασε το κοινό και απέσπασε χειροκρότημα. Κλαπ κλαπ κλάπ…Τους είχε πει ακριβώς αυτό που ήθελαν ν’ ακούσουν! Εύγε! Να ζήσουν οι καφενόβιοι, ότι αυτοί θα γίνουν οι φορείς της καθαρής αλήθειας, της μόνης αλήθειας!
Ευχαριστημένος και βαθιά συγκινημένος από την αποδοχή των λόγων του, ο φοιτητής, γυρίζει και φωνάζει ξανά στον Σωτήρη:
-«Πού ‘σαι Σωτήρη; Κέρνα όλο το μαγαζί φραπέ μερακλίδικο και μοίρασε στα παιδιά την κάρτα, με τις προεκλογικές μου εξαγγελίες!»
Εκεί πάνω πέσανε ξανά μανά ρυθμικά παλαμάκια, προεκλογικά σφυρίγματα (από καρναβαλικές σφυρίχτρες), ηχητικά εφέ από βιβλία που χτυπούσαν στα τραπέζια – ταμπούρλα και φωνές που τραγουδούσαν με φωτεινή κοσμιότητα :
«ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΚΑΝΈΝΑ, ΞΕΝΕΡΩΤΟ ΑΡΧΙΔΙ!
ΣΤΗ ΜΥΚΟΝΟ ΘΑ ΠΑΜΕ, ΜΕ ΣΠΥΡΟ ΝΤΑΒΑΤΖΙΔΗ!»

Ο πολιτικός άντρας – ρήτορας – φιλόσοφος – (άντε και) φοιτητής μαθηματικός, Σπύρος Νταβατζίδης, ετών εικοσιπέντε, χαμογέλαγε πλατιά στους κομματικούς οπαδούς του και τους προέτρεπε με νοήματα, να ρίξουν μια ματιά στην καρτούλα που μοιραζόταν. Τι διάολο! Δεν είχε σκοπό να κουράσει τα συντρόφια. Τα είχε διατυπώσει όλα τηλεγραφικότατα:
«Σπύρος Νταβατζίδης – στοπ – Υποψήφιος με τη Χ.Λ.Α.Π. (Ένα είναι το κόμμα!)
– στοπ – Πρόγραμμα: Ταξίδια, Πάρτι, Εκδρομές, Μπουζούκια, Σκυλάδικα, Στριπτιτζάδικα, Σημειώσεις (μαθημάτων κορμού και κατευθύνσεων), Σι ντι, Ντι βι ντι, Κινητά (τελευταίας τεχνολογίας), Προσφορές Εργασίας (σε θελκτικές φοιτήτριες) – στοπ – γουέμπ σάιτ (για το ακριβές πρόγραμμα, με ημερομηνίες και προορισμούς): 3 ντάμπλιγιου. νταβαςχλαπνετ. τζι αρ ΣΤΟΠ!»
Το ‘ραβασάκι’ είχε πάνω – κεντρικά, ένα γραφικό, με τις λιτές γραμμές του γυναικείου σώματος αισθησιακά ξαπλωμένου, με προσκεφάλι ένα βιβλίο και απεριτίφ, ένα μπουκάλι βότκα. Η βότκα, γνωστής εταιρίας, ήταν χορηγός του Νταβατζίδη και της ΧΛΑΠ (ΧΛΑΠ : Χώρια ο Λαός Απ’ τους Πλουσίους). Το βιβλίο, κανείς δεν ήξερε τι ήταν, έκαναν μόνο εικασίες, ότι επρόκειτο είτε για αστρονομία, είτε για ονειροκρίτη.

Ο Σπύρος ύψωσε το ποτήρι της φραπεδιάς και καθώς τα παγάκια κουδούνισαν, είπε δραματικά: - «Και οι κερασμένοι καφέδες, είναι μόνο η αρχή!». Όλος ο κόσμος γέλασε εκστασιασμένος. Μόνο ο Σωτήρης στραβομουτσούνιαζε, είχε πιαστεί το χέρι του, να… κουνάει φραπεδιές.»

* * *

«Κάνει πολύ ζέστη, όπως… όπως τη μέρα που πρωτογνώρισα τον Σπύρο. Καλά. Ίσως όχι τόση πολύ, όμως, δεν προλαβαίνω να βγω απ’ τη ντουζιέρα και νιώθω την ανάγκη να κάνω ακόμα ένα ντουζ. Τα μαλλιά μου έχουν ήδη στεγνώσει και ιδρώνουν την πλάτη μου. Τα πιάνω ψηλά …
-«Οου μπέιμπι! Γιου καν κιπ γιορ χερ ον!», τραγουδάει ο Σπύρος εκείνης της μέρας.
Τριγύρω γίνεται χαμός. Οι φοιτητές, μέσα στη καφετέρια του μαθηματικού χειροκροτούν, επευφημούν, βαράνε ταμπούρλα και καραμούζες. Ποιος ξέρει από πού εμφανίστηκαν ξαφνικά, τόσα διονυσιακά όργανα.
«ΣΠΥΡΟ ΣΠΥΡΟ…», ξελαρυγγιάζονται και αρπάζοντας τον παραδειγματικό ποδηγέτη στα χέρια, τα κομματόσκυλα, τον σηκώνουν ψηλά, πάνω απ’ τα κεφάλια του πλήθους, πάνω απ’ τα ταπεινά εγκόσμια.
Ο Σπύρος γελά, γελά, ενθουσιασμένος απ’ την ανταπόκριση της μάζας στο όραμα του. Κουνάει τα χέρια του και χαιρετά. Ανοίγει τα χέρια του σαν ν’ αγκαλιάζει. Ανοίγει τα χέρια του και λέει δοξάστε με. Κι άλλο. Κι άλλο. Ναι ναι ναιαιαιαιαι…

(ΟΥΦ!… Κλείνω τα μάτια μου, που έχουν γλαρώσει απ’ την ηδονή και αφήνω το χέρι μου να πέσει στο πλάι. Τα υγρά μου δάχτυλα, ψηλαφίζουν αδύναμα, τα χρησιμοποιημένα σεντόνια.)

Ξαφνικά οι βαστάζοι κάνουν στροφή και βγαίνουν απ’ την καφετέρια. Κατευθύνονται τρέχοντας, με τον ‘βασιλιά’ στους ώμους, στα ποτιστικά μηχανήματα, που εκτοξεύουν το νερό γυρνώντας γύρω γύρω, δροσίζοντας το γκαζόν, των πανεπιστημιακών κήπων. Η νέα αυτή εμπνευσμένη στροφή, που ταυτόχρονα καταπραΰνει τη ζέστη, πυροδοτεί νέες εκδηλώσεις ενθουσιασμού και το πλήθος τρέχει αλαλάζοντας πίσω απ’ τη κουστωδία των σκληροπυρηνικών χλαπιανών.

Όλοι τώρα χορεύουν στους ρυθμούς της διονυσιακής γιορτής που στήθηκε μέσα στις δυνατές ριπές του νερού. Ποτίζουν το κέφι τους και το γκαζόν πρασινίζει, μέσα στα θερμοκήπια των κρανίων τους. Οι φοιτητές ορκίζονται πίστη στον φωτισμένο ηγέτη και οι φοιτήτριες προσπαθούν ν’ αγγίξουν, έστω και φευγαλέα τα ρούχα του Νταβατζίδη, λιώνοντας από έρωτα.

Διονυσιάζομαι και γω. Λικνίζομαι έξαλλα, αλλά κάπως απόμακρα απ’ τους υπόλοιπους. Είναι ο χαρακτήρας μου έτσι. Απόμακρος. Ακόμα και μέσα στο πιο τρελό κέφι, ακόμα και μέσα στο πιο πυκνό πλήθος, νιώθω αποκομμένη. Παρόλα αυτά, χορεύω σα φίδι, γοητευμένο απ’ τον γητευτή. Το παθιασμένο βλέμμα μου, δε ξεκολλάει από πάνω Του. Χορεύω μόνο γι’ αυτόν και το ξέρει. Ήδη μ’ έχει κοιτάξει ερευνητικά, δύο φορές. Το φανελάκι, υγρό, έχει κολλήσει πάνω στο κορμί μου και δημοσιοποιεί τις ‘αρετές’ του. Με χορευτικό αυθορμητισμό παραμερίζω τις βρεμένες τούφες, που κολλούν στο πρόσωπο και σηκώνω τα μαλλιά μου ψηλά, αφήνοντας τα έπειτα να πέσουν βαριά και μοιραία, γύρω μου.

Η προσοχή του Σπύρου, αποσπάται απ’ αυτή τη κίνηση και φωνάζει, απλώνοντας θεϊκό χέρι κατά το μέρος μου: -«Οου μπέιμπι! Γιου καν κιπ γιορ χερ ον!».
Το απλωμένο του χέρι λες και μου μεταβιβάζει όλη τη προσοχή και την εύνοια του πλήθους. Είμαι η εκλεκτή.

Σε χρόνο ασύλληπτο, βρίσκομαι στα χέρια των οπαδών, που με μεταφέρουν μισολιπόθυμη, στον ηγέτη τους. Εδώ πάνω, στα θεόρατα ύψη, όπου βρίσκομαι, τόσο ξαφνικά και ανέξοδα, ο αέρας είναι πιο αραιός και αναπνέω με δυσκολία. Το αίμα, που από πιο πριν ανέβαινε με κόπο, κατά τα εγκεφαλικά μου χωράφια, τώρα έχει σταματήσει εντελώς τη ροή του, συσκοτίζοντας τα πάντα. Συγχαίρω τον εαυτό μου, τώρα διαθέτω όλα τα προσόντα για να καταλάβω την προτεινόμενη θέση. Τη θέση της βασίλισσας.
Ο ‘βασιλιάς’ ακουμπάει το χέρι στον αριστερό μου ώμο και μετά το μεταφέρει στο δεξί. Αν είχε ξίφος, μπορεί και να με όρκιζε ιππότη. Μετά πιάνει το πιγούνι μου και προσπαθεί να ξαναστήσει, το ξεχαρβαλωμένο μου κεφάλι. Με χίλια ζόρια προσπαθώ να εστιάσω τα μάτια μου που αλληθωρίζουν, στο δικό του μεγαλόθυμο βλέμμα. Χαμογελάω, το λοιπόν, αλλήθωρα, πλέοντας στην απέραντη, ευτυχισμένη νιρβάνα των χαζών, αλλά μόλις το πιγούνι μου μένει χωρίς υποστήριξη, το κεφάλι ξαναπέφτει μπροστά. Το πλήθος όμως δε φαίνεται να πτοείται, απ’ τη μικρή λεπτομέρεια της αστάθειας της κεφαλής μου και ξαναρχίζει τις ζητωκραυγές:
«ΖΗΤΩ Ο ΝΤΑΒΑΤΖΙΔΗΣ! ΖΗΤΩ Ο ΗΓΕΤΗΣ! ΖΗΤΩ ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ! ΖΗΤΩ Η ΧΛΑΠ! ΖΗΤΩ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ! Ο ΘΕΟΣ ΣΩΖΕΙ ΤΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ! Ο ΘΕΟΣ ΣΩΖΕΙ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΑ! ΖΗΤΩ! ΖΗΤΩ! ΖΗΤΩ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΥΡΙΑΡΧΟ ΛΑΟ!
ΖΗΤΩ ΜΑΣ ΚΑΙ ΜΑΣ!».»

* * *

«Αφού καταλάγιασε ο κουρνιαχτός και σίγησαν οι καραμούζες, ακολούθησε η κατήφεια της περισυλλογής, για το τι έπρεπε να κάνουν έπειτα. Πάνω που το ‘φερναν από δω, το εξέταζαν από κει, άκρη μη βρίσκοντας, μπουκάρισαν στη καφετέρια δυο λαχανιασμένοι φοιτητές. Κόμιζαν, λέει, μαντάτα από τις εξελίξεις στα αμφιθέατρα.
Ο Νταβατζίδης, στερεώθηκε καλύτερα στη καρέκλα του, κατάπιε στα γρήγορα μια μπουκιά μπουγάτσα και πασπαλισμένος με ζάχαρη άχνη, ρώτησε:
-«Μα καλά, πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν εξελίξεις στα αμφιθέατρα, αφού όλοι είμαστε εδώ. Εκτός κι αν θεωρείται εξέλιξη, το ότι τα έδρανα απέκτησαν παχύτερο στρώμα σκόνης.»
Μπροστά σ’ αυτή την ατράνταχτη λογική επιχειρηματολογία, οι κομματικοί, χειροκρότησαν σοβαρά, στραβοκοιτάζοντας μ’ ανασηκωμένο φρύδι, τους μαντατοφόρους και καγχάζοντας ειρωνικά. Εκεί που έλεγαν ότι κάτι τέτοιους ψευταράδες, μόνο ένα καλό χέρι ξύλο τους στρώνει και με μια γερή κλοτσιά στα πισινά πρέπει να πετιούνται έξω, ο αρχηγός ξανάπε χαμογελώντας μειλίχια:
-«Εκτός κι αν το ιερό φάντασμα της γνώσης, αποφάσισε να αρχίσει να κόβει βόλτες και τη μέρα. Προωθώντας τις δικές του φανταστικές εξελίξεις. Γράφοντας στους πίνακες και σημειώνοντας στα έδρανα, τύπους μυστικούς.»

Στο άκουσμα αυτών των λόγων, όλοι δαγκώθηκαν έντρομοι και με τα κεφάλια χωμένα βαθιά στους ώμους, έριχναν περιπολικά βλέμματα στους γύρω τοίχους. Το όνομα του ιερού φαντάσματος, αποτελούσε ταμπού. Έτσι, το άκουσμα του, τόσο ξένισε στ’ αυτιά των παρισταμένων, που πολλοί αυλοκόλακες απομακρύνθηκαν από τον ηγέτη, περιμένοντας να ξεσπάσει η οργή του φαντάσματος, στο κεφάλι του ιερόσυλου. Αφού πέρασε ένα λεπτό χωρίς να συμβεί καμιά συμφορά, τα κομματόσκυλα θεώρησαν ότι ο κίνδυνος είχε περάσει και έτσι ξανάφεραν τις καρέκλες τους κοντά στον αρχηγό, ξεπερνώντας με δειλά, γλοιώδη χαμόγελα το επιτιμητικό του ύφος. Έπειτα αναθάρρησε και ο υπόλοιπος λαός, ενώ στη σκέψη πως ο ‘μεγάλος’ τα είχε κάνει πλακάκια με το φάντασμα και μπορούσε χωρίς συνέπειες να αναφέρεται στη χάρη του, τον ανέβασαν κι άλλες σκάλες στην εκτίμηση του.
Τελικά ο Νταβατζίδης, αποφάσισε ότι καιρός ήταν, να δώσει ακρόαση και στους πελαγωμένους αγγελιοφόρους.
-«Εντάξει, μπορείτε να εκφράσετε και τη δική σας εκδοχή, παιδιά!», τους είπε.
Οι φοιτητές, ατένισαν με καθάριο βλέμμα, τα βουβά πρόσωπα που τους παρακολουθούσαν και απάντησαν με σταθερή φωνή:
-«Σύντροφοι, όσα θα σας πούμε είναι πέρα για πέρα αληθινά. Εκεί που καθόμασταν στα τελευταία αμφιθεατρικά στασίδια του ΑΘΕ12 και στρίβαμε έναν μπάφο, βλέπουμε να σούρνεται στο πλάι ο πίνακας και να ξεδιπλώνεται μια σκαλίτσα…»
-«Τι σκαλίτσα μας λες ρε μοσχάρι; Μαστούρι του κερατά! Ταγκισμένος ήταν ρε μαλάκες ο μπάφος; Καλά το ‘λεγαν τα παιδιά από δω, πως σας χρειάζεται κλωτσιά και έξω απ’ την παράγκα…»
-«Όχι όχι, μεγάλε! Νάτον ο μπάφος! Τον στρίβαμε, αλλά δεν τον καπνίσαμε. Μας πρόλαβε η σκαλίτσα!»
-«Γαμώ τη μου μέσα τη σκαλίτσα…Για φέρτε εδώ. Τι σόι πράμα είναι; Καλό; Κατάσχεται! Παρακάτω…»
-«Τότε, απ’ το μυστικό άνοιγμα κατέβηκε ένας τύπος σοβαρός, με ένα πάκο σημειώσεις στο χέρι και άρχισε να γράφει στον πίνακα. Μια κοιτούσε τις σημειώσεις, μια έγραφε στον πίνακα, μια γύριζε κατά τα άδεια έδρανα και παραμιλούσε τα όσα είχε ήδη γράψει και ευθείς ξαναγυρνούσε στα γραψίματα του. Σε μια στιγμή έπαιξε το κινητό του Μήτσου και παγώσαμε από τρομάρα. Είπαμε πως πάει, τώρα πια μας πήρε οπωσδήποτε χαμπάρι και ποιος ξέρει τι θα μας έκανε ο μυστήριος. Αλλά αυτός τον χαβά του. Δεν ακούω, δε βλέπω… μόνο παραμιλάω. Αυτιστικός στο έπακρο…»
Έτσι μιλούσε ο φοιτητής και ο Μήτσος επικύρωνε τα λεγόμενα του, κουνώντας ζωηρά την κεφάλα του και όλο κάτι πήγαινε να πει κι αυτός και όλο τον έκοβε η λογοδιάρροια του άλλου. Σαν κοντοστάθηκε ο ομιλητής να ξανασάνει, άρπαξε τη σκυτάλη ο Μήτσος:
-«Ναι, ναι! Δε καταλάβαινε τίποτα! Αρχίσαμε να ξεροβήχουμε, στην αρχή σίγα, μετά πάθαμε πραγματική κρίση βήχα…Βγάλαμε τα πνευμόνια μας κι αυτός τίποτα, ούτε ένα βλέμμα δε μας έριξε. Μετά, ο Σήφης ρούφηξε δυνατά τον καφέ του και έπαιξε το κομπολόι του, τόσο που μου ‘σπασε τα νεύρα και μου ‘ρθε να τον καταχερίσω. Αλλά παρόλα αυτά…ουδέν νεότερο απ’ το… μέτωπο.»
Στο σημείο αυτό πήρε αμπάριζα ο Σήφης:
-«Σε κάποια φάση, πήρε τ’ αυτί μας να λέει στο φανταστικό του ακροατήριο:
‘…και εδώ πέρα τίθεται το ερώτημα…’ . Μόλις ακούσαμε για ερώτημα, τα χρειαστήκαμε. Αμάν λέμε, το φάντασμα είναι και τώρα θ’ αρχίσει τις ερωτήσεις και δε θα ξεμπερδέψουμε ποτέ.»
-«Οπότε πεταχτήκαμε απάνω και γίναμε Λούηδες. Και δόξα τον Αλλάχ… είμαστε τώρα εδώ και τα λέμε. Αλλιώς ποιος ξέρει τι θα μας έκανε αν καθόμασταν παραπάνω!», αποτέλειωσε θριαμβευτικά, τη διήγηση ο Μητσάρας.
-«Ναιαιαιαι… Γιατί ποιος ξέρει τι θα σας έκανε μετά… Γιατί ποιος ξέρει τι θα σας έκανε μετά…», έκανε κοροϊδευτικά ο Νταβατζίδης, «Δε ντρέπεστε ρε; Κοτζάμ γάιδαροι να φοβάστε έναν πανεπιστημιακό υπάλληλο; Σας έδινε μωρέ ζαγάρια, τις σημειώσεις στο πιάτο και σεις γυρεύατε ν’ αποσπάσετε την προσοχή του; Ανεπρόκοποι! Λες και σας ζητούσε τίποτα σπουδαίο ο άνθρωπος, παρά να αντιγράψετε αυτά που σας αντέγραφε στον πίνακα. Καλοί μαλάκες είστε… Εξαιτίας σας, χάσαμε την απάντηση στο πρώτο θέμα της εξεταστικής. Πάνω τους παιδιά!», αμόλησε τα σκυλιά του ο Σπύρος.
Αλλά οι Κρητικοί μαντατοφόροι, δε μάσαγαν και το μπουνίδι πήγε σύννεφο.
Ο φοιτητόκοσμος έκανε κύκλο γύρω απ’ την πρόχειρη αρένα και φώναζε χτυπώντας ρυθμικά παλαμάκια: «ΞΥΛΟ ΠΕΦΤΕΙ! ΞΥΛΟ ΠΈΦΤΕΙ! ΞΥΛΟ ΠΕΦΤΕΙ!…»
Η άνιση μάχη είχε ως αποτέλεσμα (παρά τα όσα παρήγορα λέγονται περί Δαυίδ και Γολιάθ), οι δύο, να πεταχτούν έξω απ’ το μαγαζί και να σκάσουν σα σακιά (ευτυχώς για τα δύστυχα κεφάλια τους) στο γκαζόν.
Το περιστατικό ανέβασε κι άλλο τη δημοτικότητα του Νταβατζίδη.
Πρώτον γιατί απέδειξε ότι νοιαζόταν για τις επιδόσεις των φοιτητών στο γραπτό τους διαγώνισμα. Δεύτερον γιατί δεν ανεχόταν μύγα στο σπαθί του. Και τρίτον γιατι ήξερε να χειρίζεται τα προβλήματα, με τρόπο θεαματικό.
Αφού λοιπόν ξεμπέρδεψαν τα κουτσαβάκια, με την ‘περιποίηση’ των δυο, μαζεύτηκαν όλα γύρω απ’ το αφεντικό και του σήκωσαν τις γροθιές ψηλά, σε ένδειξη νίκης. Και ο λαός τριγύρω χειροκροτούσε:
«ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΚΑΝΕΝΑ, ΞΕΝΕΡΩΤΟ ΑΡΧΙΔΙ!
ΜΠΟΥΓΑΤΣΑ ΚΑΙ ΘΕΑΜΑΤΑ, ΜΕ ΣΠΥΡΟ ΝΤΑΒΑΤΖΙΔΗ!»
Ο Σπύρος, αφού απόλαυσε, για μια ακόμη φορά τα λιβανίσματα, έκανε συνωμοτικά νόημα να σωπάσουν όλοι. Ευθείς έγινε ησυχία και ο Νταβατζίδης μπόρεσε να εκθέσει το σχέδιο του:
-«Λοιπόν παίδες… Η κατάσταση μπορεί να αντιμετωπιστεί αν οργανωθούμε. Κάθε παρέα, με κλήρο ή εθελοντικά, θα αποστέλλει έναν αντιπρόσωπο στις παραδόσεις (άλλον για κάθε μάθημα), που θ’ αντιγράφει τις σημειώσεις. Έπειτα οι υπόλοιποι, θα τις βγάζουν φωτοτυπία και θα μαθαίνουν το ποιηματάκι τους. Από κει και πέρα στις εξεταστικές, όλοι θα ξελασπώνετε άνετα. Καθώς βλέπετε, με καταμερισμό εργασίας και σχέδιο, όλα γίνονται πολύ εύκολα. Ακόμα κι οι σπουδές!»
Μπροστά σ’ αυτήν την απλή και νοικοκυρεμένη λογική, όλοι έμειναν έκθαμβοι.
Ε λοιπόν, ζήτω και πάλι ζήτω στον Νταβατζίδη. Αν δεν υπήρχε κι αυτός, θα έσπαγαν ακόμη το κεφάλι τους να θυμηθούν, με ποιο τρόπο διεξάγονται οι σπουδές!
Με αναπαμένη συνείδηση, άρχισαν όλοι να γράφουν τα ονόματα τους σε κλήρους και να τα ρίχνουν στην πρόχειρα στημένη κληρωτίδα…»

* * *

συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια: